140 β
Θα ήθελα να κάνουμε σήμερα λόγο για την ταπείνωση.
Βέβαια ξέρω ότι την έχουμε όλοι μας και δεν χρειάζεται να μιλάμε για πράγματα που έχουμε,… αλλά, έ, επειδή άλλος την έχει πολλή πολλή ας πούμε, και άλλος την έχει μέτρια, άλλος την έχει λίγο, έ, ας πούμε να δούμε πως την βλέπουν και την ταπείνωση οι πατέρες της Εκκλησίας μας. Και ειδικότερα μάλιστα όπως την εκφράζουν οι άγιοι ερημίτες και ησυχαστές. Γιατί σ’ εκείνους έδιδε πλήθος από αρετές, τους επλούτιζε από χαρίσματα, και όμως εκείνοι εφρόντιζαν με πολλή επιμέλεια να τις κρύβουν.
Να βλέπεις καμιά φορά, η καρδιά σου να βράζει από την ενεργουμένη μέσα σου προσευχή, και την νοερά ακόμα, και η επιμέλειά σου είναι τέτοια ώστε να μην μπορεί να την γνωρίζει κανένας, ούτε και να την καταλαβαίνει. Να το αντιλαμβάνεται πιθανόν ο πλησίον σου, ο συγγενής σου, ο φίλος σου, ο γείτονας, και συ να το αρνείσαι. Είναι αυτό ταπείνωσις!
Να αγαπάς τον πλησίον σου, ακόμα και τον εχθρόν σου και να τον ελεείς κρυφά, και το σπουδαιότερον να προσεύχεσαι γι’ αυτόν μέρα νύχτα, και να λες καλά λόγια γι’ αυτόν, να τον δικαιολογείς για τις πράξεις του, αυτό είναι ταπείνωσις.
Σαράντα οκτώ ολόκληρα χρόνια κάνω κηρύγματα. Και πρωινά, και εσπερινά, και βραδινά, και στους ναούς και στις αίθουσες και σε σπίτια. Συμμετείχα σε περισσότερες από δέκα χιλιάδες Θείες Λειτουργίες, από ό,τι έχω υπολογίσει, και όλες βέβαια με αναξιότητα. Και εγράφησαν αυτά που εγράφησαν. Εάν πιστέψω ότι όλα αυτά είναι δικά μου, και περάσει και ψιλός λογισμός, τότε είμαι γεμάτος από υπερηφάνεια, κενοδοξία, εγωισμό και οίηση. Ταπείνωσις μηδέν. Έχουν γίνει με τη χάρη του Θεού και χιλιάδες εξομολογήσεις. Σας βεβαιώνω λοιπόν και άλλα πάρα πολλά τα οποία δεν χρειάζεται να αναφέρουμε, σας βεβαιώνω λοιπόν ότι τίποτε από αυτά δεν θα με σώσει. Τίποτα. Τα έργα δεν σώζουν τον άνθρωπο. Κανένα δεν σώζει. Δεν πιστεύουμε στην εργοσωτηρία όπως πιστεύουν οι αιρετικοί. Και οι προτεστάντες, και οι παπικοί. Η ταπείνωσις σώζει. Και αν τυχόν σωθώ, θα σωθώ μόνον από το έλεος του Θεού που απορρέει από τη Σταυρική Του Θυσία και όχι από τα δήθεν έργα. Μπορεί όμως να σωθώ και αν μου κάνετε λίγη προσευχή. Δεν αποκλείεται να με λυπηθεί ο Θεός.
Εκατοντάδες ιερείς και επίσκοποι, Μητροπολίτες και Πατριάρχες, ιεροκήρυκες, προϊστάμενοι εκκλησιαστικών οργανώσεων, ακόμα και γεροντάδες με συνοδείες, και πολλοί άλλοι ρασοφόροι, ακόμα και λαϊκοί θεολόγοι και μη, με πολλές πολλές δραστηριότητες, ποικίλες ποιμαντικές δραστηριότητες, και θαυμαστές και αξιέπαινες μέσα στον κόσμο, όλοι μαζί τότε θα παρουσιαστούμε στην κρίση του Θεού και θα του πούμε: «Κύριε ου τω Σω ονόματι προεφητεύσαμεν; Στο όνομά σου δεν κηρύξαμε τον λόγον, το λόγο Σου, δεν προφητεύσαμε;» Ακόμα και προορατικοί γινήκαμε! Μερικοί από μας γίναμε και διουρητικοί. «Ου τω Σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν;» Θα του πούμε; Δηλαδή με τις εξορκιστικές ευχές που διαβάσαμε, βγήκαν ακόμα και δαιμόνια! «Και τω Σω ονόματι πολλάς δυνάμεις εποιήσαμεν». Κάναμε δηλαδή και θαύματα. Όχι μόνο θεραπείες ασθενών ή ναρκομανών, αλλά και σώσαμε και ανθρώπους από το βούρκο της αμαρτίας ή μιας οιασδήποτε οικονομικής καταστροφής. Χτίσαμε ναούς και αίθουσες. Κάναμε.. κάναμε και ιεραποστολές, … και τι δεν κάναμε… Πολλά και θαυμαστά έργα! Και τότε θα γυρίσει ο Θεός και θα πει σε όλους εμάς, που καμαρώσαμε και αναφέραμε αυτά τα πράγματα που αναφέραμε στον Θεόν, «Ουδέποτε έγνων υμάς». Ποτέ δε σας εγνώρισα για δικούς μου μαθητάς. «Αποχωρείτε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν». Φύγετε από μπροστά μου, διότι υπήρξατε εργάτες της ανομίας, δηλαδή χρησιμοποιήσατε τα χαρίσματα που σας έδωσα για δική σας ωφέλεια, για δική σας επίδειξη. Για να προβληθεί το όνομά σας, για να ικανοποιήσετε τον εγωισμό σας, τη ματαιοδοξία σας, την υπερηφάνειά σας, την εκμετάλλευση των αδυνάτων, την συγκομιδή αργυρίων και την ικανοποίηση πολλών πολλών πολλών πολλών άλλων παθών. Υπήρξατε ακόμα μερικοί από σας και θρησκειοκάπηλοι, η αμοιβή σας ποια είναι; Η καιομένη λίμνη πυρί και θείω. Αυτή να είναι η αμοιβή σας. «Εις το πύρ το αιώνιον, τω ητοιμασμένω τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».
Εάν χριστιανοί μου δεν εξετάζομε και δεν ερευνούμε με αυτόν τον τρόπο την ζωή μας, τότε είμεθα γεμάτοι από υπερηφάνεια και δαιμονική αλαζονεία, ταπείνωσις μηδέν. Αυτά βέβαια που είπα αφορούν εμάς κατ’ εξοχήν τους κληρικούς και πρώτον εμένα. Διότι πράγματι θα παρουσιαστούμε και θα Του πούμε «ου τω Σω ονόματι προεφητεύσαμεν, και δυνάμεις πολλάς εποιήσαμεν και δαιμόνια εξεβάλλομεν». Και πράγματι θα ακούσουμε οι περισσότεροι από μας, «υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, οι εργάτες της ανομίας».





