Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

Η προφορική ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με καί η κάθαρσις εκ τών παθών (μέρος 2ον)

Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Θα σας διαβάσω έναν διάλογο, ενός υποτακτικού με τον γέροντά του, τον πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη. Αυτόν τον διάλογο τον είχα ακούσει με τις επισκέψεις μου στο Άγιον Όρος, αλλά βλέπω ότι τον κυκλοφόρησαν σε φυλλάδιο, και μακάρι να είχαμε την δυνατότητα να το τυπώσουμε, όσοι είστε εσείς, ούτως ώστε, την ερχομένη Τετάρτη πάλι θα κάνουμε, την ερχομένη Τετάρτη που είναι της Τυρινής, θα ξανακάνουμε πάλι κήρυγμα την ίδια ώρα. Και να μπορούσαμε να το τυπώσουμε σε, όσοι, διακόσιοι, τριακόσοι, όσοι είστε, για να σας το μοιράσω, να τόχετε και εσείς.
Λέει,
- Πάτερ Εφραίμ, γέροντά μου, λέω την ευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτα.
- Δεν καταλαβαίνεις εσύ που τη λες την ευχή, αλλά καταλαβαίνει ο διάβολος, και καίγεται, και φεύγει. Ε, καλά παιδί μου, θέλεις να δεις θαύμα, από την ευχή, απ’ την προσευχή;
- Και βεβαίως θέλω!
- Καλά, του λέει, θα προσευχηθώ στο Θεό να σου δείξει ένα θαύμα να καταλάβεις πόση δύναμη έχει η ευχή. Αυτό το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" που στην οποίαν ευχή αναφέρονται όλα τα πατερικά μας βιβλία. Και ειδικότερα βέβαια η φιλοκαλία.
Έκανε προσευχή ο γέροντας, έκανε νηστεία, τριήμερο νηστεία, μόνο με λίγο νερό.
- Έλα δω παιδί μου τώρα, του λέει, ύστερα από τις τρείς ημέρες, του έδωσε ένα καλάθι, - ξέρετε τι ήταν τα καλάθια; - και
- Πήγαινε να το γεμίσεις νερό.
- Γέροντα, λέει, με συγχωρείς. Τα μυαλά τα έχω. Το λογικό το έχω, πώς θα γεμίσει αυτό νερό; Γεμίζει το καλάθι νερό; Βρέχεται, ναι, αλλά να γεμίσει νερό;
- Καλά παιδί μου, του λέει, δεν ήθελες να δεις ένα θαύμα;
Λέει
- Μάλιστα.
- Ε, και να δείς τι δύναμη έχει η ευχή; Το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" τι δύναμη έχει; Γιατί την παντοδυναμία της ευχής την παίρνει απ’ τον παντοδύναμο Θεό, διότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι και σωτήρας του κόσμου, αλλά είναι και Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού. Δε θέλεις να τη δεις;
- Πώς, πώς, πώς!
- Ε, κάνε αυτό που λέω, αλλά θα λες την ευχή, όλο την ευχή. Θα πάς και θάρθεις χωρίς να την διακόψεις καθόλου. Θα λες συνέχεια "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
- Νάναι ευλογημένο.
Πάει λοιπόν στο δρόμο, περπατάει να πάει μέχρι την, εκεί που ήταν το νερό,
- "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Και βάζει το καλάθι στη βρύση από κάτω.
Το νερό γεμίζει το καλάθι! Και το καλάθι δεν τρέχει!
Δεν βγάζει ούτε από τα πλάγια, ούτε από κάτω σταγόνα νερό. Συνέχεια όμως, δεν διακόπτει την ευχή και τη λέει.
- "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Εννοείται βέβαια ότι ο γέροντας, ο Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, στο κελάκι του προσηύχετο για να δείξει ο Θεός θαύμα στον παραγιό του. Το γέμισε το καλάθι. Μόλις το είδε, τρέχει λοιπόν, να το δείξει στον γέροντά του. Να του πει δηλαδή ότι «Γέροντα, το καλάθι γέμισε νερό, και δεν τρέχει.
Στον δρόμο λοιπόν πηγαίνοντας αυτά τα πενήντα μέτρα, φανερώνεται ο διάβολος, αλλά με ανθρώπινη μορφή. Σαν καλόγεροι, σαν καλόγερος. Του λέει,
- Καλόγερε, του λέει, που πάς. Πάω στο γέροντά μου.
- Πώς σε λένε;
- Γεώργιο.
- Πόσα χρόνια έχεις εδώ;
Λέει «πέντε – έξι».
- Και τι δουλειά κάνεις; Τι διακόνημα έχεις;
- Φτιάχνουμε σφραγίδια.
Με τον διάλογο, αδειάζει το καλάθι και το νερό φεύγει από κάτω ολόκληρο. Έπιασε την αργολογία, άφησε την ευχή. Πήγε στο γέροντά του με άδειο το καλάθι.
- Τι συμβαίνει παιδί μου; Γιατί μου φέρνεις το καλάθι άδειο;
- Γέροντα έτσι και έτσι.
- Αααα. Άφησες την ευχή παιδί μου. Και έπιασες διάλογο και διάλογο με αυτόν που φαινόταν σαν καλόγερος αλλά δεν ήταν καλόγερος, αλλά ήταν ο διάβολος. Εάν δεν του μιλούσες, το καλάθι θα ήταν γεμάτο νερό. Τώρα όμως που μίλησες και άφησες την ευχή, έφυγε το νερό. Βλέπεις λοιπόν, όταν έλεγες και όσο έλεγες την ευχή το καλάθι κρατούσε το νερό. Όταν τη σταμάτησες και άρχισες την αργολογία σου, έφυγε το νερό. Η προσευχή, το κομποσκοίνι με το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", η ελεημοσύνη, η πνευματική, διότι το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" είναι πνευματική ελεημοσύνη, νικά το έλεος του Θεού. Καμιά αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη απ’ αυτό το έλεος του Θεού. Το έλεος του Θεού είναι μεγάλο. Ο Γέρων Ιωσήφ, ο όσιος, μας είχε πει ότι όχι μόνον με τη Θεία Λειτουργία, αλλά και με το κομποσχοίνι, με τη λεγομένη νοερά προσευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", βγάζεις ψυχές απ’ την Κόλαση και τις βάζεις στον Παράδεισο. Προσευχότανε ο γέροντας Ιωσήφ αρκετόν καιρό, και στο τέλος, όπως μας είπε, είδε όραμα που η ψυχή του είπε «Μεγάλη μου η μέρα σήμερα, πηγαίνω στο καινούργιο μου σπίτι, και αυτό το οφείλω σε σένα». Έτσι λοιπόν πληροφορήθηκε ότι σώθηκε η ψυχή.

Γι’ αυτήν λοιπόν την αξία της ευχής, της προσευχής, κάνουμε σήμερα μια δεύτερη ομιλία, θα ακολουθήσει οπωσδήποτε και μια τρίτη.

Κάποιος χριστιανός, αδελφοί μου, πρίν από χρόνια, κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας, εδώ, στο ναό, με τα νοερά μάτια της ψυχής του, δε λέμε αν είναι γυναίκα ή άνδρας, λέμε, «χριστιανός», εν εκστάσει και θεωρεία πνευματική, είδε όραμα φοβερόν και εξαίσιον. Όχι με τις αισθήσεις του τις σωματικές, γιατί αυτό μπορεί να αποτελέσει και πλάνη, τι είδε, είδε λοιπόν εν εκστάσει τον αέρα που σκεπάζει τα Τίμια Δώρα, και τον κινεί ο λειτουργός ιερεύς πάνω απ’ αυτά όταν λέγεται το Σύμβολον της Πίστεως, όπως θα έχετε διαπιστώσει όσοι είστε στο κέντρον, το βλέπετε αυτό ότι κινούμε τον αέρα κατ’ αυτόν τον τρόπον, αν είμαστε δύο τρείς τον κρατάμε δεξιά και αριστερά, πάνω από τα Τιμια Δώρα.
Αντί λοιπόν να κρατάει ο ιερεύς τον αέρα, είδε αγγελικά χέρια πολλά, πάρα πολλά, χιλιάδες τα είπε, δεν νομίζω να ήταν χιλιάδες, πολλά, να τον κινούν ρυθμικά, μέχρι το «Αναστάντα την τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς». Και των μυριάδων εκείνων αγγέλων και αρχαγγέλων τα χέρια, άρχισαν να διπλώνουν τον αέρα, αέρας λέγεται αυτός, με ιεροπρέπεια και ευλάβεια πολλή. Είναι αυτό που βάζουμε στην πλάτη όταν κάνουμε την Μεγάλη Είσοδο.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο του Συμβόλου της Πίστεως, με το κίνημα του αέρος, συμβολικά μας φανερώνεται ο σεισμός που έγινε στην Ανάσταση του Κυρίου μας, «ιδού σεισμός μέγας, άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς εξ ουρανού, προσελθών, απεκύλισε τον λίθον από της θύρας του μνημείου». Αυτό είναι από το εικοστόν όγδοον κεφάλαιον του Ματθαίου. Έτσι λοιπόν, κατά το δίπλωμα εκείνο του ιερού μανδηλίου, είδε αόρατο λίθο να αποκυλίεται εκ της θύρας του μνημείου, από το κενό μνημείο και να ανίσταται ο Κύριος, ενώ τα στόματα των αοράτων εκατομμυρίων αγγελικών τάξεων, ηκούοντο να ψάλλουν το «Κύριε ελέησον», «Κύριε ελέησον», «Κύριε ελέησον».

Είναι όντως φοβερό αυτό που έγινε, αλλά μας δίνει μια αφορμή, θα έλεγα, χριστιανοί μου, για το πόσο συχνά πυκνά και μείς κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, πρέπει να λέμε το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", και όχι όπως μερικές, ιδίως από σας να επαναλαμβάνετε τα λόγια του ιερέως, αυτό να ξέρετε είναι αμαρτία. Θα λέτε από μέσα σας "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
«Ελέησε την αδελφή μου, ελέησε τη Μαρία που είναι έγκυος, ελέησε αυτό το παιδάκι που έχει όγκο στο κεφαλάκι του, ελέησε την κυρά Δέσποινα που έχει καρκίνο …» και ούτω κάθε εξής.
«Ελέησε το σύντροφο της ζωής μου, ελέησε τα παιδιά μου…»
Πόσα μπορούμε να πούμε.. Πόσα μπορούμε ..
«Κύριε ελέησον», λοιπόν, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" κατά την διάρκειαν της Θείας Λειτουργίας.

Οι πέντε αυτές λεξούλες "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" μέρος της λεγομένης νοεράς προσευχής για την οποίαν βέβαια θα γίνει και μικρός λόγος, όταν ο Θεός θα μας δώσει καιρό και υγεία. Και πιστεύω ότι θα δοθούν κάποια βασικά στοιχεία για τη νοερά αυτή άθληση, διότι είναι άθλησις, είναι κόπος. Και μάλιστα κόπος έμπονος. Θα βασιστούμε βέβαια στις εμπειρίες των Αγίων γεροντάδων οδηγών Αγιορειτών Πατέρων και ασφαλώς στη θεοφώτιστη και την κεχαριτωμένη διδασκαλία του αειμνήστου και οσίου για μένα γέροντος Ιωσήφ του Σπηλαιώτου, που είναι παππούς μου, προπάππους για σας, και που είναι όντως άγιος, επαναλαμβάνω. Θα ακουστούν τόσα όσα μπορούμε να κατανοήσουμε και να καταλάβουμε.
Πάντα οι ζωηφόροι λόγοι περί της νοεράς και καρδιακής προσευχής δεν ακούγονται εύκολα. Πολλοί τα κοροϊδεύουν, άλλοι τα ειρωνεύονται, άλλοι τα απορρίπτουν, άλλοι λέγουν ότι είναι πλάνη. Και αυτό δεν ακούγονται με ευκολία, όχι γιατί δεν έχουν μόνον δοκιμάσει τι είναι η νοερά λεγομένη νοερά λεγομένη προσευχή, αλλά γιατί δεν έχουν αυτιά, για να θέλουν να ακούσουν. Αλλά εάν υπάρχουν αυτιά για να ακούσουν πρέπει μετά την ακοή, όσα θα ακουστούν, να γίνουν αυτά πράξις και βίωμα. Ζωή μέσα μας. Γι’ αυτό απαιτείται πολύ κόπος. Αρχίζοντας από την τήρηση των εντολών, και την καλλιέργεια των αρετών με πολύ πολύ ζήλο πνευματικό. Διότι τα αγαθά της νοεράς προσευχής, της ευχούλας "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", κόποις κτώνται.

Ο εν Χριστώ Ιησού σκληρότατος αυτός κόπος, και η ματωμένη άσκησις, συντελεί τα μέγιστα, στην κάθαρση του όλου ανθρώπου. Η τήρησις των εντολών, η καλλιέργεια των αρετών, η συμμετοχή μας όταν το επιτρέπει ο πνευματικός και η εκκλησία στα Πανάγια Μυστήρια, και ειδικότερα στη Θεία Κοινωνία, η φυλακή των αισθήσεων, η εγκράτεια στη γλώσσα μας, το ταπεινό φρόνημα, και η ειρήνη και η σιωπή στους λογισμούς συντελούν όλα μαζί στην κάθαρση από τα πάθη, με τη βοήθεια πάντοτε της Θείας Χάριτος, που έλκεται η Θεία Χάρις από την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Η κάθαρσις συντελεί τα μέγιστα σ’ αυτή την άθληση της προσευχής, αλλά και η προσευχή σε όλες τις βαθμίδες της βοηθά πολύ στην κάθαρση του αγωνιζομένου χριστιανού. Δεν μπορεί να νοηθεί καθαρά προσευχή, και προπάντως δε η νοερά και καρδιακή, εάν δεν συνταυτίζεται με την εσωτερική καθαρότητα που επιδιώκουμε και την οποίαν θέλει και ο Θεός. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», που όψονται, που Τον βλέπουν Αυτόν. Τον Θεό πού Τον βλέπουμε; Όχι μόνον στην δημιουργία, αλλά κυρίως μέσα στην καρδιά. Και γιατί στην καρδιά; Μα εκεί είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί, βεβαιώνει ο Ευαγγελικός λόγος, και συμπληρώνει: «Εάν τις αγαπά με», εάν τις αγαπά Με, Με αγαπά, τον λόγον μου τηρήσει. Θα εφαρμόσει τον λόγον μου. Θα εφαρμόσει τις εντολές μου. Και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν. Και ο Θεός Πατέρας αγαπά τον προσευχόμενον απλανώς, και τότε προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν. Τότε κατεβαίνουμε, μαζί… Πώς; Αυτό για μας είναι άπιαστο από τα λογικά μυαλά μας, και κει μέσα στην καρδιά θα πραγματοποιηθούν Θεοφάνεια, διότι λέει «θα εμφανίσω αυτώ εμαυτόν». Θα κάνω την εμφάνισή μου εγώ ως Θεός, μέσα στην καρδιά του.
Όταν λοιπόν ο Ορθόδοξος Χριστιανός είναι μακριά
από τα σαρκικά φρονήματα και τις πτώσεις,
μακριά απ’ την ακηδία, τη σκληροκαρδία, την οργή και τον θυμό,
μακριά απ’ τον εγωισμό, την υπερηφάνεια, την κενοδοξία,
μακριά απ’ την πλεονεξία,
μακριά από το ψεύδος, γιατί το ψεματάκι το έχουμε ψωμοτύρι, τι ψωμοτύρι λέγω, για ψύλλου πήδημα λέμε ψέματα.
Από το κουτσομπολιό και την κατάκριση, θα τα εξομολογηθείτε όσοι και όσες αυτές τις ημέρες, που γίνεται κάποιος θόρυβος, έχετε πέσει σε κατάκριση. Οι αληθινοί χριστιανοί δεν σκανδαλίζονται. Σκανδαλίζονται οι χλιαροί. Οι ολιγόπιστοι. Οι αμφιβάλλοντες. Όλοι οι άλλοι κάνουμε προσευχή και παρακαλούμε τον Θεό να μας δώσει μετάνοια γιατί πρώτα εμείς τη χρειαζόμαστε αυτήν.
Όταν λοιπόν είμεθα μακριά από τη γκρίνια και τα καθημερινά νεύρα,
και τέλος μακρυά – για τους άνδρες – τις βλασφημίες των θείων, τις κατάρες και τα διαβολοστέλματα,
τότε με ευκολία οδηγείται ο χριστιανός στην κάθαρση και στην ολοκληρωμένη ψυχοσωματική καθαρότητα εν Αγίω Πνεύματι.

Τα μέσα τα πνευματικά που αναφέραμε, μυστήρια δηλαδή, τήρηση των εντολών, αρετές, αυτά, μαζί με την προσευχή, την προφορική και την εσωτερική, διατηρούν και μονιμοποιούν μέσα μας το πνεύμα της μετανοίας, όσα και αν είναι τα λάθη που ως άνθρωποι κάνουμε κάθε μέρα. Ποιος δεν κάνει λάθη. Μια μέρα η ζωή μας επί της γης, θάναι και αυτή μεστή αμαρτιών. Διότι ο λογισμός μας, η σκέψη μας δηλαδή είναι αυτή η οποία διαπράττει τα περισσότερα των αμαρτημάτων. Η μετάνοια πιέζει το χριστιανό, μετάνοια λέμε, όχι μεταμέλεια, δεν πάμε να πούμε στον πνευματικό, «ξέρεις, έκλεψα, άνθρωπος είμαι, τι να κάνουμε, λέμε και κανένα ψεματάκι, πότε πότε κοροϊδεύουμε, και δεν ξέρω τι άλλο λέμε, και αυτό είναι φυσικό, και το άλλο είναι έτσι, και το άλλο είναι αλλιώς, και να τα λέμε και χαμογελώντας. Αυτό δεν είναι μετάνοια. Αυτό είναι κοροϊδία. Δεν κάνουμε στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως απαρίθμηση των αμαρτιών και των πτώσεων. Μετανοούμε ειλικρινά. Και όταν λέμε μετανοούμε ειλικρινά, δεν θα έχουμε την ντροπή μπροστά στον πνευματικό, αλλά να ντρεπόμαστε επειδή λυπήσαμε τον Θεόν. Αυτή είναι η αληθινή μετάνοια. Διαφορετικά δημιουργείται μία δυσκαμψία, θάλεγα στην ψυχή, και ένας πόνος για τον Θεόν, και μας ανοίγεται μια μεγάλη πληγή, η οποία διαρκώς αιμορραγεί. Άρα απαιτούνται δάκρυα, της συντριβής τα δάκρυα, μπορεί να μην τάχουμε στην Ιερά Εξομολόγηση και να τάχουμε στην προσευχή μας κατ’ ιδίαν, και αυτό είναι καλό διότι τα δάκρυα είναι η θεραπεία, της μεγάλης αυτής πληγής που λέγεται αμαρτία, την οποίαν βέβαια όσο μας είναι δυνατόν να την αποστρεφόμεθα, και εκεί επιτρέπεται το μίσος.
Όταν πολεμείται ο εν μετανοία αγωνιζόμενος χριστιανός, αντιπαλεύει. Αντιμάχεται τις προσβολές που δέχεται από το διάβολο. Όταν δέρνεται αντιτάσσεται και όταν προσβάλλεται δια των σκέψεων και των λογισμών, αντιστέκεται κυρίως με το έργον της ευχής, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Όταν πολιορκείται από τις φάλαγγες των δαιμόνων με οποιοδήποτε τρόπο, ειδικότερα όταν βομβαρδίζεται μανιακώς μέσα του, εσωτερικά, και ταράσσεται για τον άλφα ή τον βήτα λόγο, θα φωνάζει συνεχώς "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Και ο Θεός που είναι πύρ καταναλίσκον, θα διαλύσει τις φάλαγγες των δαιμόνων και τους αχυρώδεις λογισμούς.

Γενικά ο χριστιανός πρέπει να αγωνίζεται και να στέκεται όρθιος. Και στέκεται όρθιος και ασφαλίζεται από την θεϊκή προστασία όταν επικαλούμεθα συνεχώς το όνομά Του. Παρά τους κάποιους πειρασμούς και δυνατούς πόνους, η Θεία Χάρις έρχεται να προσθέσει στη συνέχεια και παράκληση και χαρά, και το κατά Θεόν πένθος. Προσφέρει αγαλλίαση. Γλυκύτητα στο Θείο Λόγο. Όταν βέβαια ο χριστιανός μελετά και κάθε μέρα την Καινή Διαθήκη.
Σας ζήτησα επανειλημμένες φορές να μελετάτε ένα κεφάλαιο της Καινής Διαθήκης κάθε μέρα. Όταν δεν καταλαβαίνετε ένα στίχο να πηγαίνετε δίπλα στην ερμηνεία, αν και δεν χρειάζεται. Διότι μέσα απ’ αυτόν τον λόγον σας ομιλεί ο ίδιος ο Θεός. Κάποτε θα καταλάβετε.
Ακολουθούν και άλλα βέβαια στάδια πνευματικά, αλλά μας μένει η προσευχή, μελέτη του θείου λόγου, η Θεία Λειτουργία, η Θεία Λατρεία, η Ιερά Εξομολόγησις και όσα άλλα είπαμε. Για τα άλλα στάδια θα ομιλήσουμε αργότερα.

Στην αρχή βοηθάει πολύ η προφορική προσευχή, με την οποία μιλήσαμε στο περασμένο κήρυγμα, και θα συνεχίσουμε.
Η προσευχή της γλώσσης. Η προσευχή των χειλέων.
Που λέγεται ψιθυριστά ή φωναχτά, ακολουθεί κατόπιν, ύστερα θα ακολουθήσει βέβαια η προσευχή του νου.

Ρώτησαν κάποτε έναν αγιασμένο γέροντα, να τους πει με δυο τρείς σύντομες προτάσεις κάποιους κανόνες σωτηρίας. Σωτηρίας της Ορθοδόξου ζωής μας, που θα μπορέσουν με ασφάλεια να βάλουν την ψυχή στα χέρια του Παναγίου Θεού. Και κείνος είπε:
«Πρώτος κανόνας, προσευχή,
Δεύτερος κανόνας, προσευχή,
Τρίτος κανόνας, προσευχή».
Εάν αυτούς τους κανόνες τους θεωρήσουμε υπό μορφή βαθμίδων, θα πούμε,
Ο πρώτος κανόνας αναφέρεται στην προφορική προσευχή.
Ο δεύτερος κανόνας στην προσευχή του νοός. Την παίρνει ο νούς την προσευχή και την λέγει. Αν φανταστούμε ένα χταπόδι που αρπάζει το θύμα του και το κλείνει στα πλοκάμια του, έτσι λοιπόν με τέτοια πνευματικά πλοκάμια ο νούς, φράπ, αρπάζει το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, και το κλείνει μέσα του, και η ευχή λέγεται πλέον από το νου αβίαστα.
Και ο τρίτος κανόνας αναφέρεται στην τελειωτική και αγιαστική προσευχή η ποία και ονομάζεται καρδιακή. Τότε η ευχή στον αγιασμένο χώρο της καρδιάς λέγεται μόνη της, μέσα από το βάθος της καρδιάς. Βέβαια μπορούμε να πούμε την ευχή και με όλη μας την καρδιά. Και έτσι πρέπει να την λέμε, με όλη μας την καρδιά. Αλλά μας πυρπολεί όμως τότε η αγάπη του Θεού, που λέει αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της ισχύος σου, και εξ όλης της καρδίας σου. Αλλά διαφέρει αυτό από το «από». Την λέγει τρόπο τινά την ευχή η ίδια η καρδιά. Ακούγεται από δω, απ’ το μέρος της καρδιάς, να λέγεται η ευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", ενώ εμείς δεν την λέμε. Ούτε με το νου, ούτε με το στόμα. Ούτε ψιθυριστά, ούτε φωναχτά. Έτσι λοιπόν υπάρχει κάποια διαφορά από το «με» την καρδιά, και η διαφορά, άλλο «από» την καρδιά.
Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης καρδίας. Αυτό σημαίνει να αγαπάς τον Θεόν με όλη σου την καρδιά. Ανταπόκρισις τώρα του Θεού στην καρδιά. Να λέει η καρδιά το όνομα του Ιησού. Πώς είναι δυνατόν αυτό; Είναι!
Η καρδιά είναι κέντρον φυσικόν, είναι κέντρον παραφυσικόν, αλλά είναι και κέντρον υπερφυσικόν. Έδρα του Θεού είναι η καρδιά. Έδρα της Θείας Χάριτος είναι η καρδιά μετά το Άγιον Βάπτισμα, και το Άγιον Χρίσμα. Οι τρείς βαθμίδες αυτές, θα μπορούσαμε να τις παραλληλίσουμε με τις βαθμίδες εκπαιδεύσεως που παρουσιάζουν μια προοδευτικότητα.
Η πρώτη βαθμίδα αναφέρεται στη μάθηση που παίρνει ένας μαθητής όταν βρίσκεται στο Δημοτικό Σχολείο.
Η δεύτερη όταν βρίσκεται Γυμνάσιο και Λύκειο και
η τρίτη πλέον όταν είναι φοιτητής μιας Πανεπιστημιακής Σχολής.
Αλλά και στο Δημοτικό Σχολείο υπάρχει όμως μία προοδευτικότητα. Άλλα μαθαίνει στην Πρώτη τάξη, άλλα στη Δευτέρα, άλλα στην Τρίτη κ.ο.κ. Το ίδιο συμβαίνει και με τις Γυμνασιακές Σπουδές. Αλλά διαρκώς, δηλαδή, αυτές οι σπουδές, ως προς τη μάθηση και τη γνώση αυξάνονται από την Πρώτη στη Δευτέρα, από την Δευτέρα στην Τρίτη και κατόπιν στο Λύκειο και ούτω κάθε εξής. Και εδώ λοιπόν βλέπουμε ότι υπάρχει μια ανάλογη προοδευτικότητα.
Κατόπιν ερχόμεθα στα φοιτητικά χρόνια μέχρι που κάποιος να πάρει το Πανεπιστημιακό Δίπλωμα, που όμως και αυτό δεν είναι αρκετό. Υπάρχει μια συνεχής πρόοδος ενός επιστήμονος, και όσο γηράσκει τόσο και αεί διδάσκεται. Αυτά λοιπόν ας τα αντιπαραβάλλουμε με τον χρόνο και τον τρόπον με τον οποίον θα πρέπει σιγά σιγά ως χριστιανοί που ζούμε μέσα στον κόσμο για να λέμε την ευχούλα. Βασικό στοιχείο, προηγείται πάντοτε η κάθαρσις, εκ των παθών όμως. Όχι η κάθαρσις εκ των ανθρώπων. Η κάθαρσις εκ των παθών.
Και όταν καθαριζόμεθα από τα πάθη, δηλαδή τα συστέλουμε σιγά σιγά, όσο μπορούμε, αυτό καλλιεργεί το πνεύμα της μετανοίας.

Στο βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού», που το συνιστώ να το διαβάσετε όλοι σας, ιδίως το πρώτο μέρος, γίνεται αναφορά κατά πρώτον λόγον στην προφορική ευχή η οποία πρέπει να λέγεται συνεχώς. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", όπου και αν βρισκόμαστε, ό,τι και αν κάνουμε, χωρίς να διασπάται η προσοχή μας από μια συγκεκριμένη εργασία που τυχόν κάνουμε.
Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που εδίδαξε και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος συστηματοποίησε τη νοερά αυτή εργασία και άθληση, προσφέροντάς την σε διδασκαλία μεστωμένη και τμηματική. Η προτροπή λοιπόν είναι να μάθουν πρώτα όλοι οι ιερείς, να εργάζονται αυτή την νοερά εργασία, αρχίζοντας από την προφορική και αργότερα να την προσφέρουν στο ποίμνιό τους, και ειδικότερα στα παιδιά, όπως ακριβώς το συνιστούσε και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η διδασκαλία της νοεράς προσευχής να αρχίζει απ’ τα σχολεία. Για τις ημέρες μας όμως αυτό θα μπορούσα να πω ότι είναι χίμαιρα και εξωφρενικό. Ποιος διδάσκαλος τώρα τολμάει να μιλήσει στα παιδιά για την ευχή, - κάποιος το τολμούσε πριν από 12 χρόνια εδώ στο διπλανό μας σχολείο στο Δημοτικό, και έλεγε για ένα λεπτό θα λέτε όλοι μαζί "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Το έλεγαν και λέτε ύστερα ότι κατέβαινε ένα σύννεφο Θείας Χάριτος και όλα τα παιδιά ήταν ήσυχα. Πούντα αυτά όμως;

Από τις «Περιπέτειες του Προσκυνητού» βλέπουμε ότι ο πόθος του προσκυνητού ήταν να εφαρμόσει το θεόπνευστο ρήμα του Αποστόλου Παύλου της Αγίας Γραφής, που λέγει «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Αυτό ακριβώς το παράγγελμα είναι που ανάβει και τον θεϊκό ζήλο. Η λαχτάρα του γι’ αυτό τον κάνει να ερωτά, να πηγαίνει πότε από δω και πότε από κει, και να παρακαλεί τον Θεό να του στείλει διδάσκαλο ικανό και απλανή.
Γιατί η προσευχή, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, διαπιστώνει κανένας ότι ο διδάσκαλος είναι απαραίτητος. Δεν μπορεί να προχωρήσει κανείς.
Αυτό το είδος της προσευχής που ονομάζεται νοερά και καρδιακή, θα φέρει λαμπρά αποτελέσματα, αν διδαχτούμε τον τρόπον με τον οποίον γίνεται. Γι’ αυτό και το πρωί και το βράδυ, όποτε μπορούμε, γονατιστοί είτε όρθιοι, μπροστά στην εικόνα του Κυρίου να λέμε: «Κύριε δίδαξον ημάς πώς δεί προσεύχεσθε». Αυτό αναφέρεται μέσα στον Ευαγγελιστή Λουκά. Να διδαχτούμε λοιπόν αυτή την προσευχή των Αγίων Πατέρων, ιδίως δε των φιλοκαλικών Πατέρων, και ο Κύριος με κάποιον πιστό Του δούλο, αγαθού και απλανούς, θα μας διδάξει τον τρόπον ώστε να μπορέσουμε και μείς ανά πάσα στιγμή, να ανοίγουμε και να εκχέουμε την καρδιά μας επικοινωνούντες μετά του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Θα κάμω αυτή την διδασκαλία, αλλά εκ μέρους του γέροντός μου, την οποίαν και θα επαναλάβουμε, για να διδαχτώ πρώτος εγώ, να εφαρμόσω πρώτος εγώ, και εν συνεχεία με τη σειρά σας και εσείς. Τίποτα γλυκύτερο και ωραιότερο και ωφελιμότερο δεν υπάρχει από το να επαναλαμβάνουμε συνεχώς το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".

Και ο προσκυνητής διηγείται τα εξής: «Ο πνευματικός οδηγός μου με άφησε να φύγω, δίδοντάς μου την ευλογία του και λέγοντάς μου ότι κατά το διάστημα που θα έκανα εξάσκηση για αυτήν την προσευχή, έπρεπε να τον επισκέπτομαι συχνά και να του λέγω με λεπτομέρεια κάθε απορία και δυσκολία που θα συναντούσα, επειδή η εσωτερική προσευχή δεν μπορεί να προχωρήσει καλά και με επιτυχία χωρίς τις συμβουλές του ειδικού πνευματικού. Βέβαια στην αρχή τα πράγματα πήγαν καλά, μα έπειτα η προσπάθεια με κούραζε πολύ. Αισθανόμουνα οκνηρία, βαριόμουνα, είχα στεναχώρια, με κυρίευε η νύστα, κοιμόμουνα ακόμα και όρθιος, και άσε που ήταν σύννεφα οι σκέψεις και οι λογισμοί όλων των ειδών που με βομβαρδίζανε. Επήγα με θλίψη στον οδηγό μου να εξομολογηθώ την κατάστασή μου. Παιδί μου, μου είπε, ήρθε πάνω σου η επίθεσις των σκοτεινών δαιμόνων. Επειδή ο κόσμος εκείνος, τίποτα άλλο δεν έχει χειρότερο από την δική μας εγκάρδια προσευχή. Ο κόσμος του σκότους των δαιμόνων, προσπαθεί με κάθε τρόπο να σε εμποδίσει και να σε απομακρύνει από το να λες την ευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Σ’ όποιον το πείτε θα σας κοροϊδέψει ότι κάνετε αυτό το πράγμα. Αλλά να το κάνετε και την ωφέλεια θα την δείτε στην πορεία της ζωής σας. Ουδέποτε βέβαια ο Θεός επιτρέπει πειρασμό για τον άνθρωπο που να είναι μεγαλύτερος απ’ αυτόν που μπορεί να σηκώσει. Φαίνεται πως πρέπει η ταπείνωσίς σου να δοκιμαστεί ακόμα, του είπε ο γέροντάς του στον προσκυνητή, γιατί παρά τον περίσσιο σου ζήλο και προθυμία, ίσως είναι πολύ νωρίς να πλησιάσεις κάπως βαθύτερα στο χώρο της καρδιάς. Υπάρχει φόβος να πέσεις σε πνευματικό χάος.
Αυτά όλα που σας είπα τα λίγα, είναι από τις «Περιπέτειες ενός προσκυνητού», σελίδα 18.
Η ακατάπαυστη λοιπόν εσωτερική αυτή προσευχή του Χριστού, που πρέπει να τη λέμε διαρκώς με τα χείλη, ψιθυριστά ή φωναχτά ή από μέσα μας, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", να είστε υπερβέβαιοι αυτό που είπα προηγουμένως. Κάποτε ο νους θα ανοίξει το στόμα του, θα αρπάξει την ευχή που τη λέμε με τα χείλη και με τη γλώσσα, και θα τη λέει αβίαστα εκείνος.
Και όσο θα κυλά ο χρόνος τόσο και περισσότερο θα αισθάνεται νοερά ο προσευχόμενος χριστιανός, την παρουσία της Θείας Χάριτος μέσα του. Να τον μεταμορφώνει. Δε σχηματίζουμε την ευχή, ούτε την γράφουμε με λέξεις αλλά βιώνουμε την ευχή, ζούμε την αίσθηση της Θείας Χάριτος. Μπορούμε λοιπόν σε κάθε ασχολία αλλά και σε κάθε στιγμή της ζωής μας, όποια και αν είναι εκείνη τη στιγμή που κάνετε εργασία, προκειμένου να γκρινιάζετε ή να μουρμουρίζετε ή να λέτε οτιδήποτε άλλο, λέτε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", ώστε να εφαρμόζετε το χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης που λέγει στο Άσμα Ασμάτων, εγώ καθεύδω και η καρδία μου αγρυπνεί. Εγώ μπορεί να κοιμάμαι αλλά η καρδιά μου αγρυπνεί και λέγει "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".

Στο βιβλίο «Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας», του Οσίου Γέροντος Ιωσήφ, γράφονται τα εξής: Η πράξις αυτή, το να λέγεις την ευχούλα, είναι να βιάσεις τον εαυτό σου, να τον πιέσεις τον εαυτό σου, να πονέσεις λιγάκι, να πονέσει και λίγο και ο τράχηλος και οι ώμοι και το κεφάλι, για να λες διαρκώς με το στόμα την προσευχή, αδιαλείπτως. Στην αρχή γρήγορα, για να μη προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμούς μετεωρισμών. Να προσέχεις μονάχα στα λόγια, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Γι’ αυτό οι δυο πρώτες επιστολές από το βιβλίο αυτό απευθύνονται σε κοσμικό, τον οποίον είχα την ευλογία να γνωρίσω, και ο οποίος είχε την καρδιακή προσευχή όντας μέσα στον κόσμο με οικογένεια και παιδιά. Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι. Σα να έχεις μέλι στο στόμα σου, σα να έχεις μια καραμέλα. Ο πολυκαιρισμός λοιπόν της προσευχής, ευχής, συντελεί στο να την συνηθίσει εύκολα να τη λέγει ο νους με τον ενδιάθετο λόγο. Όταν λοιπόν το συνηθίσει ο νούς και το χορτάσει, από κει και κάτω θα πάει και προς την καρδιά.
Ο γέρων Ιωσήφ μας λέγει ότι στην αρχή μερικές φορές να λέγει κάποιος την ευχή, και να παίρνει μια αναπνοή. Κατόπιν να συνηθίσει να στέκει ο νους στην καρδιά, λέγει σε κάθε αναπνοήν μια ευχή. «Κύριε Ιησού Χριστέ» εμβαίνει η αναπνοή, «ελέησόν με» και βγαίνει. Αλλά αυτό μπορεί να το τροποποιήσει κανένας και να την λέγει όπως μπορεί, δεν χρειάζεται αυτός ο τρόπος ακόμα, αλλά αυτό που είπαμε την περασμένη φορά, είτε με το κομποσχοίνι στο χεράκι είτε χωρίς αυτό να λέμε διαρκώς την ευχή, και αυτό θα γίνεται μέχρις ότου μας επισκιάσει η χάρις του Αγίου Θεού και αρχίσει αυτή να ενεργεί μέσα στην ψυχήν. Μετά από κει γνωρίζουμε πράγματα που δεν μπορεί να τα συλλάβει το μυαλό μας.

Παντού λέγεται η προσευχή. Καθήμενος στο κρεβάτι και περπατώντας και τρώγωντας, και εργαζόμενος. Και τινάζοντας τις κουβέρτες και μαγειρεύοντας. Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε. Όχι μόνον όταν πλαγιάζεις, αλλά και ακόμα και τότε, μέχρι που να σε πάρει ο ύπνος μπορείς να λες "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Θέλει αγώνα, πότε όρθιος, πότε καθήμενος. Όταν κουράζεσαι κάθεσαι. Ξεκουράζεσαι λίγο, πάλι όρθιος. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Αυτά λέγονται πράξις. Μερικοί εγείρονται και τη νύχτα και κάνουν μισή ώρα προσευχούλα. Άλλος μία ώρα, όσο μπορεί ο καθένας. Άλλος δέκα λεπτά, και κατόπιν ξανακοιμάται. Αλλά ταυτόχρονα όμως, να συμπαθείς όποιος είναι άρρωστος και ανήμπορος. Τον ορφανό να τον προστατεύεις. Τον πάσχοντα να ελεείς. Αγαπώντας τον πλησίον, σε αγαπά και ο Θεός, και τότε συ Τον αγαπάς, από την αγάπη που Εκείνος σου έδωσε. Εκείνος πρώτα αγαπά και εκχέει τη Χάρη Του, και μείς τα ίδια εκ των ιδίων, «τα σά εκ των σών» αποδίδουμε.

«Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον», τονίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Και ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι μη εξαιτίας των βιωτικών μερίμνων αφήνουμε την προσευχούλα.
Όταν λέμε την προσευχή δεν φανταζόμαστε τίποτα. Ο νους λέμε πρέπει να είναι αφάνταστος, χωρίς φαντασίες. Ανίδεος, χωρίς ιδέες. Ανεικόνιστος, χωρίς εικόνες. Ούτε του Χριστού, ούτε της Παναγίας, ούτε των Αγίων, τίποτα. Το μυαλό μας σκέτο και άδειο. Στην αρχή υπάρχει ένα σκοτάδι. Μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι του νοός θα λέμε την ευχή, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Η ευχή θα αρχίσει να ενεργεί ως αύρα λεπτή μέσα στη διάνοιά μας και στην καρδιά μας. Και τότε έρχεται η κατάνυξις. Η κατάνυξις θα φέρει τα δάκρυα και τα δάκρυα θα φέρει τον κλαυθμόν.

Κάποιος τουρίστας στην Ουγκάντα, σας το είχα ξαναπεί αυτό, και τόχαμε αναφέρει και είναι και γραμμένο, συνήντησε έξω από μια αχυρένια καλύβα έναν Αφρικανό που κρατούσε στο δεξί του χέρι μια Καινή Διαθήκη, μεταφρασμένη στην διάλεκτο Σουαχίλι από τον αείμνηστο πατέρα Χρυσόστομο Παπασαραντόπουλο, και με το αριστερό του ένα κομποσχοίνι.
- Τι κάνεις αυτού πέρα, τον ρώτησε ο τουρίστας.
- Τι να κάνω, του λέει. Να, λέω το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με" και διαβάζω τον λόγον του Θεού, απάντησε ο ιθαγενής.
- Ά, καημένε, του λέει, εμείς τώρα αυτά τάχουμε ξεπερασμένα, έχουμε πάει στ’ άστρα. Έχουμε πάει στο φεγγάρι και συ ασχολείσαι με αυτά;
- Δεν ξέρω τι κάνετε εσείς, λέει, οι πολιτισμένοι, εκεί στη Γαλλία, και στα άλλα μέρη του κόσμου, εγώ ένα πράγμα ξέρω. Εάν δεν ήταν αυτά τα δυο, εγώ θα ήμουνα τώρα άγριος και σένα θα σε είχα φάει, και θα κρεμούσα το γυμνό σου το κρανίο τρόπαιο στην καλύβα μου.
Κόκκαλο ο τουρίστας.

Ας προσέξουμε γιατί αυτά προσφέρει και στην ορθόδοξη η Ελλάδα μας ο τουρισμός και δυστυχώς ο Δυτικός πολιτισμός, με όλα τα δεινά που έφερε στην πατρίδα μας, και τα οποία μέρα με την ημέρα χειροτερεύουν και ο κατήφορος θα είναι μεγάλος. Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή, χάριν των παιδιών μας. Διότι αυτά θα αντιμετωπίσουν τα πολλά δεινά, που έρχονται στην πατρίδα μας ως θύελλα. Τι να πει κανείς; Τι να μιλήσω τώρα, αντί να μιλήσω για…

Πρίν από χρόνια ένας αγωνιζόμενος πιστός χριστιανός, που καλλιεργούσε την ευχή όπως την διδάχτηκε, από τον γέροντά του, από τον πατέρα Εφραίμ τον Φιλοθεΐτη, ταξίδευε με λεωφορείο από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη. Σε μια εικοσάλεπτη στάση του λεωφορείου εκεί στο Λεβέντη, κατέβηκε και κάθισε στη ρίζα ενός παρακειμένου δένδρου με πολλή σκιά, και συνέχισε να λέγει νοερά από μέσα του την ευχούλα, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Άλλωστε αυτήν την πνευματική αδολεσχία, την έλεγε συνεχώς σε όλο του το ταξίδι. Ξαφνικά και χωρίς καμιά προειδοποίηση κατέβηκε και εισήλθε ο νους μαζί με την ευχή στην καρδιά του με πλήρη την νοερά ενέργεια της ευχής. Και τότε ήλθε σε έκσταση. Ήταν σα να χάθηκε. Όταν ο προσευχόμενος νους εισέρχεται εν Αγίω Πνεύματι στο βάθος της καρδιάς, αλλοιώνει νοερά αλλά με ιεροπρέπεια, το επαναλαμβάνω, με ιεροπρέπεια, όλον τον ψυχοσωματικό άνθρωπο. Οι αισθήσεις μεταπλάθονται πνευματικά, οι σκέψεις απαλείφονται και σιγούν, το σώμα αγγελοποιείται, και όλες οι λειτουργίες του σώματος ουρανοποιούνται. Έτσι και σ’ αυτόν τον χριστιανό που περιήλθε στην έκσταση, φώς ωραιότατον αλλά πάλλευκον, και άλλοτε λευκογάλαζον και ασυγκρίτως καθαρότερο και λαμπρότερο, απ’ το φως μιας ηλιόλουστης ημέρας, τον έζωσε μέσα και έξω. Εγένετο κατά κάποιον τρόπο σύγκρασις, ένωσις του φωτός και της ψυχής, ένωσις του φωτός και του νου, ένωσις του φωτός και του σώματός του, ένωσις φωτός και όλου του χώρου που υπήρχε γύρω του. Είχε την πνευματική αίσθηση μιας ανέκφραστης ειρήνης, και θείας μακαριότητος. Είχε τη συναίσθηση της αγνότητος του θείου φωτός, αλλά και της αγνότητος ψυχής και σώματος. Ανείπωτη ευτυχία και γεύση αιωνιότητος. Ταυτόχρονα είχε και μια ακατάληπτη πνευματική ενόραση. Τι είδε; Ο Θεός γνωρίζει. Τι του απεκάλυψε; Ο Θεός γνωρίζει. Άβυσσος είναι τα κρίματα του Θεού. Και ξαφνικά ήλθε στον εαυτό του από το κορνάρισμα του λεωφορείου για αναχώρηση. Και μέσα σε μια κατάσταση ειρήνης και άκρας ταπεινώσεως σηκώθηκε, και με δυσκολία εισήλθε στο λεωφορείο.
Και η απορία του: Πώς εγώ που είμαι σκώληξ, σκωλήκων βρώμα και δυσωδία, δέχθηκα επίσκεψιν θείας χάριτος με τόση λαμπρότητα, αφού τα έργα μου, τα λόγια μου, και οι σκέψεις μου, είναι και λογίζονται ως «δράκος αποκαθημένης»;
Όταν το ανέφερε το γεγονός στο γέροντά του, φτάνοντάς του, στη Μονή Φιλοθέου, ο γέροντας του απάντησε ως εξής: «Στα τούβλα της ψυχής σου, έπεσε κατ’ άκραν συγκατάβαση, μια ακτίνα θείου φωτός, για να ξεβρομίσει λίγο την ψυχή σου. Παρά ταύτα τούβλο είσαι και τούβλο παρέμεινες». Η απάντησις του πνευματικού είχε σκοπό να φυλάξει την ψυχή του, από την οίηση, την υπερηφάνεια, τον εγωισμό και την κενοδοξία.
Αυτό το βίωμα του αγωνιζομένου χριστιανού, ήτο μια από τις άπειρες δωρεές του Θεού προς το πλάσμα Του, που ηγωνίζετο καθημερινά και με πολύ φιλότιμο να λέγει την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", τηρώντας βέβαια κατά δύναμη τις Ευαγγελικές εντολές, και συμμετέχοντας με πολλή ταπείνωση στα Πανάγια Μυστήρια.

Πρίν από χρόνια μου διηγήθηκε ένας σεβάσμιος ιερεύς το εξής θαυμαστό γεγονός:
Κάποιο Σάββατο απόγευμα, και μετά το τέλος του Εσπερινού αισθάνθηκε ελαφρά ζάλη, και κάθισε μέσα στο ιερό Βήμα για να συνέλθει, λέγοντας στο νεωκόρο και στους ιεροψάλτες να φύγουν, και αυτός αργότερα θα έκλεινε το ναό. Η ζάλη τον απεκοίμησε αρκετή ώρα, συνήλθε όμως από κάποιες μικρές κραυγές. Θεέ μου συγχώρεσέ με τον ελεεινό. Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν", "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν". Σηκώθηκε αθόρυβα ο ιερεύς, κοίταξε απ’ το πλάι της Ωραίας Πύλης χωρίς να γίνει αντιληπτός προς τη μια πλευρά του ναού και δεν είδε τίποτα. Πέρασε απ’ την άλλη πλευρά, και τότε είδε έναν άντρα γονατισμένο μπροστά στην εικόνα του Χριστού του ιερού τέμπλου, που συνέχισε να επικαλείται το έλεος του Θεού, λέγοντας και ξαναλέγοντας «Κύριε, Κύριε, μη με απορρίψεις. Έλεος Χριστέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλόν. Είμαι τυφλός και σκοτισμένος. Σύ φώτισόν μου τον νουν. Είμαι νεκρός, Συ ανάστασέ με. Είμαι αμαρτωλός Κύριε, σώσε με». Και άλλα πολλά βέβαια με συντριβή. Και εντελώς ξαφνικά, μια φωτεινή νεφέλη περιέλουσε ολόκληρο τον γονατισμένο άνδρα, στο πρόσωπο του οποίου ανεγνώρισε ο ιερεύς έναν πιστό θεοσεβή χριστιανό που ονομάζετο Σωκράτης. Τίποτα περισσότερο δεν γνώριζε γι’ αυτόν παρά μόνον ότι ήτο πολύτεκνος πατέρας, φτωχός βιοπαλαιστής με πολλές θλίψεις, αλλά πάντοτε ειρηνικός και ελεήμων. Συμμετείχε δε συχνά στα θεία μυστήρια, πράγμα παράξενο για εκείνη την εποχή. Η όντως αξιοθαύμαστη αυτή φωτοχυσία, που εκάλυπτε ολόκληρον τον προσευχόμενο χριστιανό, το Σωκράτη, απλώθηκε κατόπιν και σε ολόκληρον τον ιερό ναό και μέσ’ το Άγιο Βήμα, πλημμυρίζοντας τον ιερέα εκείνον, τον παππούλη εκείνον από ανείπωτη ευτυχία και ανεκλάλητη ειρήνη που όμοια δεν ξαναβίωσε ποτέ.
Και να που σε λίγο η ολόλαμπρη αυτή φωτοχυσία, άρχισε σιγά σιγά να συστέλλεται, να χάνεται, μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως. Ο ναός επανήλθε εις την φυσική του κατάσταση. Ο Σωκράτης τότε σηκώθηκε, ασπάσθηκε με πολλή ευλάβεια τις άγιες εικόνες και έφυγε.
Ο ευλαβής εκείνος ιερεύς έκαμε πολλές μέρες για να συνέλθει από την κατάπληξή του και από το θαυμασμό.
Μια Κυριακή, ύστερα από ένα ενάμιση μήνα περίπου, λειτουργούσε στο ναό, και είδε όπως πάντα και το Σωκράτη εκκλησιαζόμενο, έχοντας δίπλα τον μεγάλο έγγαμο γιό του. Στο «μετά φόβου Θεού», κοινώνησε ο Σωκράτης των Αχράντων Μυστηρίων, και γύρισε στη θέση του. Κάθισε. Σε λίγο γονάτισε, γιατί κοινωνούσαν και άλλοι, ύψωσε τα χέρια του, έκανε το σημείον του Σταυρού, κάτι ψέλισε με τα χείλη του, και εκοιμήθη για πάντα τη στιγμή που οι ιεροψάλτες έψαλαν «Χριστός Ανέστη». Ήταν Κυριακή του Θωμά του 1959.

Αυτό το γεγονός μου θύμισε κάτι παρόμοιο, που συνέβηκε στον Άγιο Ρουμάνο ιερέα και ασκητή, τον πατέρα Κλεόπα. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, ο πατήρ Κλεόπας Ιλιέ, εκοιμήθη τώρα, βρισκόταν στο Ιερό Βήμα ενός μοναστηριακού ναού και διάβαζε γονατιστός, την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως. Μετά από λίγη ώρα μπήκε στην εκκλησία να προσευχηθεί μια γυναίκα, που είχε έρθει στο μοναστήρι από το βράδυ. Προσκύνησε όλες τις εικόνες και έκανε παντού μετάνοιες, διηγείται ο πατήρ Κλεόπας. Δε γνώριζε ότι κάποιος ήταν μέσα στην εκκλησία. Την παρατηρούσα λέγει, συνεχώς, απ’ την Ωραία Πύλη. Εκείνη αφού προσκύνησε τις εικόνες, γονάτισε στο μέσον της εκκλησίας, ύψωσε τα χέρια της και έλεγε απ’ την καρδιά της αυτά τα λόγια: «Κύριε μη με εγκαταλείπεις, Κύριε μη με εγκαταλείπεις». "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Είδα τότε ένα ολόλαμπρο φως γύρω της και τρόμαξα. Η γυναίκα έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχόταν σιωπηλά. Η φωτεινή νεφέλη που την περιέλουζε μεγάλωσε περισσότερο και μετά σιγά σιγά εξαφανίστηκε. Αφού έσβησε το θείο φώς σηκώθηκε στα πόδια της και βγήκε έξω απ’ την εκκλησία. Ήταν μια απλή γυναίκα από τα γειτονικά χωριά μας.
Τα λέει ο πατήρ Κλεόπας αυτά.
Ιδού λοιπόν ποιος έχει το δώρο της προσευχής, συνεχίζει.
Να που μερικοί λαϊκοί απλοί χριστιανοί ξεπερνούν καμιά φορά μοναχούς και ερημίτας, και γιατί όχι πολλούς από τους εν τω κόσμω χλιαρούς ιερείς. Εγώ έκανα μετά την προσκομιδή, και απ’ την μεγάλη μου συγκίνηση άρχισα να κλαίω και έτρεμα με τα χαριά μνημονεύσεως στο χέρι. Μόνον ο Θεός γνωρίζει πόσοι εκλεκτοί υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο.
"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν και όλον τον κόσμον".
Αυτά διηγήθηκε ο πατήρ Κλεόπας, ο μεγάλος αυτός Ρουμάνος ασκητής ο οποίος εκοιμήθη οσιακώς.

Αδελφοί μου εύχομαι ο Πανάγιος Θεός να δώσει σε όλους μας την δύναμη, δύναμη για μια καλή αρχή, για να μπορέσουμε σε κάθε στιγμή της ζωής μας να θυμώμαστε το όνομά Του,
"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με",
Αμήν.


----------------------------------------------------------------------

Παράρτημα


ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ “ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ”
ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ


ΕΠΙΣΤΟΛΗ Α
Προς νέον ερωτήσαντα περί της “ευχής”

Αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ μου, εύχομαι να είσαι καλά. Εσήμερον έγινα κάτοχος της επιστολής σου και σε δίδω απάντησιν εις όσα μου γράφεις. Αι πληροφορίες, όπου ζητείς, δεν απαιτούσι καιρόν και κόπον δια να σκεφθώ και να σε απαντήσω.
Η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριάντα έξ και επέκεινα χρόνια.
Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ’ ευθείας τους ερημίτας, όπου εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί – πριν σαράντα χρόνια – όπου είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμεν οδηγούς.
Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχήν με το στόμα αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα· να μην προφθάνει ο νούς να σχηματίζη λογισμόν μετεωρισμού. Να προσέχης μόνο στα λόγια: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νούς και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήνης, στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνιθήση ο νούς και χορτάση – το μάθη καλά – τότε το στέλνει εις την καρδίαν. Επειδή ο νούς είναι ο τροφοδότης της ψυχής και ό,τι καλόν ή πονηρόν ιδή ή ακούση η δουλειά του είναι να το κατεβάσει εις την καρδίαν, όπου είναι το κέντρον της πνευματικής και σωματικής δυνάμεως του ανθρώπου, ο θρόνος του νού· λοιπόν όταν ο ευχόμενος κρατάει τον νούν του να μην φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνον τα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποιαν βίαν και θέλησιν εδικήν του τον κατεβάζει εις την καρδίαν· και τον κρατεί μέσα δίκην κλεισούρας, και λέγει με ρυθμόν την ευχήν :

- Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!

Εις την αρχήν λέγει μερικές φορές την ευχήν και παίρνει μίαν αναπνοήν. Κατόπιν, όταν συνηθίση να στέκει ο νούς εις την καρδίαν, λέγει εις κάθε αναπνοήν μίαν ευχήν. “Κύριε Ιησού Χριστέ” : εμβαίνει η αναπνοή, “ελέησόν με” : εβγαίνει. Αυτό γίνεται μέχρις ότου επισκιάση και αρχίσει να ενεργεί η χάρις μέσα εις την ψυχήν· μετά πλέον είναι θεωρία.
Λοιπόν παντού λέγεται η ευχή· και καθήμενος και στο κρεβάτι και περιπατώντας και όρθιος. “Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε”, λέγει ο Απόστολος. Δεν πρόκειται όμως μόνον όταν πλαγιάζης να προσεύχεσαι. Θέλει αγώνα· όρθιος – καθήμενος. Όταν κουράζεσαι, κάθεσαι. Και πάλιν όρθιος. Να μη σε πιάνει ο ύπνος.
Αυτά λέγονται “πράξις”. Δεικνύεις την προαίρεσίν σου εις τον Θεόν· το πάν έγκειται εις Αυτόν, εάν σού δώση. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η χάρις Του ενεργεί όλα. Αυτή είναι η κινητήριος δύναμις.
Το δε πώς γίνεται, πώς ενεργείται η αγάπη, είναι να φυλάξεις τας εντολάς. Όταν εσύ εγείρεσαι την νύκτα και προσεύχεσαι. Όταν βλέπεις τον συμπαθή και τον συμπαθής. Την χήρα και τα ορφανά, τους γέροντας και τους ελεής, τότε σε αγαπά ο Θεός. Και τότε και σύ τον αγαπάς. Εκείνος πρώτον αγαπά και εκχέει την χάριν Του. Και ημείς τα ίδια εκ των ιδίων, “τα σά εκ των σών” αποδίδομεν.
Εάν λοιπόν ζητείς να τον εύρεις μόνον δια της “ευχής”, μη βγάλεις πνοήν χωρίς την ευχήν. Πρόσεχε μόνον να μη δέχεσαι φαντασίες. Διότι το Θείον είναι ανείδεον, αφάνταστον, αχρωμάτιστον. Είναι υπερτέλειον. Δεν δέχεται συλλογισμούς. Ενεργεί ως αύρα λεπτή εν ταις διανοίαις ημών.
Η κατάνυξις έρχεται, όταν σκέπτεσαι πόσον ελύπησες τον Θεόν. Όπου εκείνος είναι τόσον καλός, τόσον γλυκύς, τόσον ελεήμων, αγαθός, όλος γεμάτος αγάπη. Όπου εσταυρώθη και όλα τα έπαθεν δι’ ημάς. Αυτά και άλλα όπου έπαθεν ο Κύριος, όταν μελετάς, σου φέρνουν κατάνυξιν.
Λοιπόν εάν ημπορέσης να λέγης την ευχήν εκφώνως και αδιαλείπτως, σε δύο τρείς μήνες την συνηθίζεις. Και επισκιάζει η χάρις και σε δροσίζει. Μόνον να την λέγεις εκφώνως, χωρίς διακοπήν. Και όταν την παραλάβη ο νούς, τότε θα ξεκουρασθής με την γλώσσαν να την λέγης. Και πάλιν όταν την αφήνη ο νούς, αρχίζει η γλώσσα. Όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσης εις την αρχήν· κατόπιν, όλα της ζωής σου τα έτη, θα την λέγη ο νούς χωρίς κόπον.
Όταν έλθης, ως λέγεις, εις το Άγιον Όρος, να έλθης να μας ιδής. Αλλά τότε θα ομιλήσομεν άλλα πράγματα. Δεν θα σου μένει καιρός δια την ευχήν. Την ευχή αυτού θα την βρής, όπου θα είναι ήσυχον το μυαλό σου. Εδώ όπου θα γυρίζης στα Μοναστήρια αλλού θα περισπάται ο νούς σου, εις εκείνα όπου θα ακούς και θα βλέπης.
Εγώ είμαι βέβαιος ότι θα την βρής την ευχή. Μήν αμφιβάλλης. Μόνον κτύπα ευθέως εις την θύραν του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός θα σου ανοίξη· είναι αδύνατον. Αγάπησέ τον πολύ, δια να λάβης πολύ. Εις την αγάπην Του, πολλήν ή ολίγην, έγκειται η δόσις, πολύ ή ολίγον.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Β
Προς τον αυτόν περί της ευχής, και απόκρισις ερωτήσεων

Εχάρην πολύ δια την προθυμίαν σου όπου έχεις να ωφελήσης την ψυχήν σου. Και εγώ διψώ να ωφελήσω τον κάθε αδελφόν, όπου ζητεί να σωθή.
Λοιπόν, αγαπητέ μου και προσφιλέστατε αδελφέ, άνοιξόν σου τα ώτα. Ο προορισμός του ανθρώπου, αφού εγεννήθη εις αυτήν την ζωήν, είναι να βρή τον Θεόν. Δεν ημπορεί όμως να τον ’βρή, εάν πρώτον δεν τον ’βρή ο Θεός. “Εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα”, αλλά τα πάθη μάς έχουν κλείσει τους ψυχικούς οφθαλμούς και δεν βλέπομεν. Όταν όμως στρέψη το ματάκι του προς ημάς ο πολύ αγαθός μας Θεός, τότε ως από ύπνον ξυπνούμε, και αρχίζομεν να ζητούμεν την σωτηρίαν μας.
Όθεν δια το πρώτον σου ερώτημα: Τώρα σε είδεν ο Θεός και σε εφώτησε και σε οδηγεί. Αυτού όπου είσαι εργάσου. Λέγε ακατάπαυστα την ευχήν· με την γλώσσα και με τον νούν. Όταν η γλώσσα κουράζεται, ας ερχίζει ο νούς. Και πάλιν, όταν ο νούς βαρύνεται, η γλώσσα. Μόνον να μην παύης. Κάμνε μετάνοιες πολλές. Αγρύπνα την νύκτα, όσον ημπορείς. Και άν ανάψη φλόγα εις την καρδίαν σου και αγάπη προς τον Θεόν και ζητής ησυχίαν και δεν ημπορείς να σταθείς εις τον κόσμον – διότι μέσα σου ανάβει η ευχή – τότε γράψε μου και εγώ θα σου πώ τι θα κάμης. Εάν πάλιν δεν ενεργήση έτσι η χάρις, αλλά κρατείται ο ζήλος μέχρι του να πράττης τας εντολάς του Κυρίου πρός τον πλησίον, τότε ησύχαζε όπως είσαι, και καλά είσαι· μη ζητείς άλλο τίποτε. Την διαφοράν των τριάκοντα, εξήκοντα, εκατόν, θα την εύρης, όταν διαβάσης τον Ευεργετινόν. Θα εύρης εκεί και άλλα πολλά τοιαύτα γραμμένα και πολύ θα ωφεληθής.
Λοιπόν απόκρισις των άλλων σου ερωτήσεων: Η ευχή έτσι πρέπει να λέγεται με τον ενδιάθετον λόγον. Αλλ’ επειδή εις την αρχήν δεν την έχει συνηθίσει ο νούς, την ξεχνά. Δι’ αυτό την λέγεις, πότε με το στόμα και πότε με τον νούν. Και αυτό γίνεται μέχρις ότου την χορτάσει ο νούς και γίνη ενέργεια.
Ενέργεια λέγεται εκείνο όπου, όταν λέγης την ευχήν, αισθάνεσαι μέσα σου – χαρά και αγαλλίασις – και θέλεις διαρκώς να την λέγης. Λοιπόν όταν παραλάβη ο νούς την ευχήν και γίνη αυτή η χαρά που σου γράφω, τότε λέγεται μέσα σου αδιαλείπτως, χωρίς την βίαν την εδικήν σου. Αυτό λέγεται αίσθησις – ενέργεια· επειδή η χάρις ενεργεί χωρίς την θέλησιν του ανθρώπου. Τρώγει, περιπατεί, κοιμάται, ξυπνά, και μέσα φωνάζει διαρκώς την ευχήν. Και έχει ειρήνην, χαράν.
Τώρα, διά τας ώρας της προσευχής· επειδή είσαι εις τον κόσμον και έχεις διάφορες μέριμνες, οπόταν βρίσκεις καιρόν κάμνε προσευχήν. Αλλά βιάζου συνεχώς να μήν αμελήσης. Δια την “θεωρίαν” όπου ζητείς, αυτού δύσκολον είναι· διότι θέλει απόλυτον ησυχίαν.
Εις τρείς τάξεις διαιρείται η κατάστασις η πνευματική· και αναλόγως ενεργεί η χάρις εις τον άνθρωπον. Η μία κατάστασις λέγεται καθαρτική, η οποία καθαρίζει τον άνθρωπον. Αυτή τώρα εσύ όπου έχεις λέγεται χάρις καθαρτική. Αυτή διεγείρει τον άνθρωπον εις μετάνοιαν. Η κάθε προθυμία, εις τα πνευματικά όπου έχεις, όλα της χάριτος είναι. Εδικόν σου δεν είναι τίποτε. Αυτή μυστικώς όλα ενεργεί. Αυτή λοιπόν η χάρις, όταν βιάζεσαι, παραμένει μαζύ ωρισμένα χρόνια. Και εάν προκόψει ο άνθρωπος δια της νοεράς προσευχής, λαμβάνει άλλην χάριν πολύ διαφορετικήν.
Η πρώτη, ως είπομεν, ονομάζεται αίσθησις – ενέργεια και είναι αυτή η καθαρτική, ότι ησθάνθη ο ευχόμενος κίνησιν – ενέργειαν θεϊκήν μέσα του.
Η άλλη ονομάζεται φωτιστική. Κατ’ αυτήν λαμβάνει φώς γνώσεως, ανάγεται εις θεωρίαν Θεού. Όχι φώτα, όχι φαντασίες, όχι εικονισμοί· αλλά διαύγεια του νοός, καθαρότης λογισμών, βάθος εννοιών. Αυτό δια να έλθη πρέπει ο ευχόμενος να έχει πολλήν ησυχίαν και οδηγόν απλανή.
Και τρίτη κατάστασις – επισκίασις χάριτος – είναι μετά από αυτά η χάρις η τελειωτική, όπου είναι δώρον μεγάλο. Δεν σου γράφω τώρα δι’ αυτό, επειδή δεν είναι ανάγκη. Εάν όμως θέλεις να διαβάσης περί αυτού, έχω γράψει με την αγραμματοσύνην μου, όταν εγίνοντο αυτές οι ενέργειες βιβλιαράκι χειρόγραφον “πνευματοκίνητος σάλπιγξ”. Ζήτησε να το εύρης. Αγόρασε και τον άγιον Μακάριον από τον Σχοινάν, τον αββά Ισαάκ, και πολύ θα ωφεληθής. Και ό,τι αλλοίωσιν συναντάς γράψε μου και εγώ σου απαντώ με προθυμίαν πολλήν.
Εγώ τον καιρόν ετούτον όλο γράφω εις όσους αρωτούν. Εφέτως ήρθαν από την Γερμανίαν μόνον και μόνον να μάθουν διά την νοεράν προσευχήν. Από την Αμερικήν μου γράφουν με τόσην προθυμίαν. Από το Παρίσι είναι τόσοι, όπου θερμώς ζητούν. Ημείς εδώ εις τα πόδια μας, διατί αμελούμε; Μήπως είναι σκάψιμο να φωνάζωμεν διαρκώς το όνομα του Χριστού να μάς ελεήση;
Τέλος, επικρατεί και μία εσκοτισμένη ιδέα του πειρασμού· ότι, άν λέγη κανείς την ευχήν, φοβείται μην πλανηθή· ενώ αυτό είναι πλάνη που λέγει.
Όποιος θέλει, άς δοκιμάση. Και, όταν χρονίση η ενέργεια της ευχής, θα γίνει παράδεισος μέσα του. Θα ελευθερωθεί από τα πάθη, θα γίνει άλλος άνθρωπος. Αν δε είναι και εις την έρημον, ώ! ώ! δεν λέγονται τα καλά της ευχής!

Η προφορική ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με καί η κάθαρσις εκ τών παθών (μέρος 1ον)

Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ενθυμούμαι βέβαια τις πολύ καλές ημέρες, και τα παλιά εκείνα καλά χρόνια όταν κάναμε τις βραδινές ομιλίες, κατ’ αρχάς με την ανάλυση του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίον τώρα θα μας βγει σε βιβλίο, πιστεύομε ότι μέσα στο Μάρτιο θα κυκλοφορήσει, εν συνεχεία με την ανάλυση της Θείας Λειτουργίας, μαζί με τις σχετικές εμπειρίες της, κατόπιν με την εκτεταμένη ή άλλοτε περιληπτική απόδοση της ερμηνείας στην Προς Ρωμαίους Επιστολή, κατόπιν τους μακαρισμούς όπως και άλλες περιστασιακές ομιλίες.
Θα ήθελα με όλη μου την καρδιά, και το πιστεύω, πρέπει να το πιστεύετε αυτό, ότι θα ήθελα να σας συγκεντρώνω κάθε Τετάρτη, όλο το χρόνο, θα το ήθελα, αλλά οι δυνάμεις μου οι σωματικές δεν επαρκούν, και αφετέρου η προετοιμασία είναι πολύ κουραστική. Παρά ταύτα όμως κατά περιόδους, πιστεύω ότι θα κάνουμε μια προσπάθεια να λέμε πέντε πράγματα.

Κάποτε σας είχα ομιλήσει για έναν πολύ δραστήριο ιερέα σε μια επαρχιακή πόλη, ο οποίος είχε πλούσια εξωτερική δράση, μεγάλη δράση. Και μάλιστα έλεγε ότι ποιος κληρικός άλλος δουλεύει σαν και μένα. Η δική μου δράσις έχει θαυμάσια αποτελέσματα. Έκτισα έναν μεγαλοπρεπέστατο ναό, δέκα παρεκκλήσια, τρείς αίθουσες, κόσμος από δω, κόσμος από κει, κηρύγματα, κύκλους, ομάδες, κατασκηνώσεις. Πόσα έργα έστω και πνευματικά περισσότερα από τα δικά μου, έλεγε, κάνουν αυτοί οι ξακουστοί ιεροκήρυκες, και είπε μερικά ονόματα, ο τάδε και ο τάδε, βέβαια εμείς θα πούμε μόνον δύο, αλλά γιατί έχουν κοιμηθεί αυτοί, τους ζώντας δεν μπορούμε να αναφέρουμε, ο πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής και από τον πατέρα ακόμα Φιλόθεο τον Ζερβάκο, περισσότερη εργασία κάνω εγώ, και από τον τάδε και τον τάδε και άλλα.
Ένα βράδυ λοιπόν καθώς κοιμόταν, - πιστεύω να σας την έχω ξαναπεί αυτήν την ιστορία, δεν ξέρω βέβαια πόσο αναλυτικά ή περιληπτικά, όταν κάναμε τις σχετικές ομιλίες, τις βραδινές, αλλά την επαναλαμβάνω γιατί έχει τη θέση εδώ σήμερα. Ένα βράδυ λοιπόν όπως κοιμόταν, ξαφνικά ξύπνησε, τρόμαξε. Κάτι μέσα του τον είπε να σηκωθεί. Δεν τον φώναξε κανένας, αλλά από μια ακατανίκητη δύναμη σηκώθηκε. Συμβαίνει καμιά φορά αυτό. Σηκώθηκε λοιπόν, και σαν αυτόματο, ντύθηκε, έβαλε το καλημάφχι του, κοίταξε την ώρα, ήτανε δυόμισι περίπου μετά τα μεσάνυχτα. Βγήκε έξω σα ρομπότ. Σαν κάποιος να τον κατηύθυνε. Και πήγε προς τον Μητροπολιτικό ναό. Ερχόταν από την πίσω πλευρά του ναού. Έτσι κάνοντας κύκλο βρέθηκε μπροστά στον εξωνάρθηκα του ναού. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και ο ουρανός γεμάτος σύννεφα. Μάλλον θα έβρεχε. Εκείνη τη στιγμή μια αστραπή δυνατή φώτισε τον τόπο για να ακολουθήσει και μετά δυνατή βροντή. Στο δευτερόλεπτο που κράτησε η αστραπή, και που φώτισε όλον τον τόπο διάπλατα, είδε ο ιερεύς στον εξωνάρθηκα και μπροστά στην πόρτα του ναού, να στέκεται ένας άνθρωπος. Ταυτόχρονα τον είδε να κάνει το σημείο του Σταυρού, να ανοίγει την αμπαρωμένη πόρτα και να μπαίνει μέσα. Ο ιερεύς τον ακολούθησε αθόρυβα μέσα στον ναό, όπως ήταν επόμενον, και στάθηκε πίσω από μια κολώνα, - όλα αυτά γινόνταν ασυναίσθητα, παρακολουθώντας σιωπηλά τον άγνωστο αυτόν χριστιανό. Ο χριστιανός γονάτισε μπροστά στην εικόνα του Χριστού, εδώ στο ιερό τέμπλο, και άρχισε να προσεύχεται. Τα αναμμένα καντηλάκια μπροστά στις ιερές εικόνες, χάριζαν ένα γλυκύτατο ιλαρόν φως. Ξαφνικά από την εικόνα του Χριστού άρχισε να ξεχύνεται μια ολόλαμπρη και πάλλευκη φωτοχυσία. Που κατ’ αρχάς τύλιξε τον προσευχόμενο χριστιανό, ο οποίος υπερίπτατο του εδάφους, τον είδε δηλαδή να είναι στον αέρα, και στη συνέχεια απλώθηκε σ’ όλο το ναό. Ο θαυμασμός και το δέος που κατέλαβε τον ιερέα εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται. Δεν μπορούσε βέβαια και ο ίδιος να το περιγράψει. Ύστερα από αρκετή ώρα, το γαληνόμορφο αυτό φως, άρχισε σιγά σιγά πολύ απαλά να χαμηλώνει, να σβήνει, να χάνεται. Σηκώθηκε ο χριστιανός, είπε «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς, Αμήν», και με το «Αμήν» ακούστηκε μια βροντή φοβερή. Αληθινή όμως βροντή. Άστραψε πάλι ο ουρανός και μαρτύρησε φαίνεται, έβαλε τη σφραγίδα ο ουρανός δηλαδή στην αλήθεια εκείνου του γεγονότος. Ποιανού γεγονότος; Της πνευματικής λατρείας αυτού του ανωνύμου χριστιανού.
Ο παππούλης βγήκε αμέσως έξω αθόρυβα, χωρίς να γίνει αντιληπτός, και σε λίγο ο ανώνυμος εκείνος ευλαβής χριστιανός, βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα του ναού. Ο ιερεύς στη συνέχεια ακολούθησε τον θεοσεβή αυτόν άνθρωπο, μέχρις ότου εισήλθε σε κάποιο σπίτι. Κράτησε τη διεύθυνση του σπιτιού και έφυγε. Στο δρόμο φάνηκαν και οι πρώτοι άνθρωποι να κινούνται σιγά σιγά και προς τις εργασίες τους. Δεν υπήρχαν τουλάχιστον εκείνη την εποχή αυτοκίνητα. Είχε φτάσει ήδη πεντέμισι το πρωί. Ο ιερεύς πήγε στο σπίτι του και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ήταν διαρκώς ανήσυχος. Τι συνέβη; Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Ποιος; Ποιος;
Την άλλη μέρα πήγε και περπατούσε μπροστά στο σπίτι, αυτού του παράξενου χριστιανού. Στεκόταν και το κοίταζε. Περνούσε, ξαναπερνούσε, προσπαθούσε να βρει κανένα γνωστό να τον ρωτήσει. Τελικά βρήκε πράγματι κάποιον και του λέει:
- Ποιος κάθεται εδώ, για πες μου.
- Τι τον θέλεις παππούλη; τον ρώτησε, θάταν περίεργος.
- Τι σε νοιάζει, λέει, τι το θέλω, πες μου ποιος μένει εδώ.
Του είπε ένα όνομα, δεν τον ήξερε ο ιερεύς.
- Καλός άνθρωπος;
- Πολύ καλός!
- Πηγαίνει στην εκκλησία;
- Βεβαίως πηγαίνει. Και η γυναίκα του και τα παιδιά του.
- Ααα, είναι παντρεμένος, ε, έχει και παιδιά; Πόσα παιδάκια έχει;
- Οκτώ νομίζω, δεν ξέρω κιόλας.. Μήπως τα μέτρησα ποτέ;
Τέλος πάντων κατάφερε με κάποιους γνωστούς μετά από δυο τρείς μέρες να κάνει μια επίσκεψη στο σπίτι του αγνώστου, αυτού, του χριστιανού. Το είδε. Ένας συνηθισμένος ανθρωπάκος, με ασυνήθιστα όμως φωτεινό πρόσωπο και καταγάλανα καθαρά μάτια. Με χαμόγελο γλυκύτατο και συγχρόνως ταπεινός, χαμηλομένο το κεφαλάκι, πράος, αγαθός. Τον περιποιήθηκαν φιλόξενα και κείνος τους ρώτησε ορισμένα πράγματα και κείνοι απαντούσαν πρόθυμα. Ο χριστιανός εξομολογείτο τακτικά στη πρωτεύουσα του νομού, σε γνωστό πνευματικό. Καλλιεργούσε και μάλιστα, όπως το είπε, και την ευχούλα, όπως του το είχε μάθει ένας για τον εν λόγω ιερέα άγνωστος ιερομόναχος ασκητής απ’ τη Σίψα, ο πατήρ Γεώργιος ο Καρσλίδης, που του είπε όλη την ημέρα να λες "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Όλη η οικογένεια αυτού του χριστιανού κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων, και ζούσαν όλοι μαζί μια απλή, ήσυχη ζωή, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και εγκράτεια. Φρόντιζε όμως ο χριστιανός ν’ αλλάζει κάθε Κυριακή εκκλησία, για να μη φαίνεται ότι κοινωνούσε τακτικά, διότι για εκείνην την εποχή η Θεία Κοινωνία η τακτική ήταν πολύ παράξενο πράγμα. Οπωσδήποτε θα τον θεωρούσαν για τρελό. Μισθοσυντήρητος ήταν ο άνθρωπος, ο πολύτεκνος αυτός οικογενειάρχης με τα οκτώ παιδιά, τραπεζικός υπάλληλος. Έτρεφε τα παιδιά του, την γυναίκα του, τον υπέργηρο πατέρα του και τον εαυτό του. Τον έτρωγε όμως από μέσα η αγωνία, η αγωνία, τον ιερέα, ποια ήταν τέλος πάντων η κρυφή πολιτεία αυτού του ανθρώπου; Ποια ήταν τέλος πάντων η ζωή του για να έχει μια τόσο πολύ μεγάλη χάρη, στην νυκτερινή του προσευχή μέσα στην εκκλησία; Και μάλιστα νύχτα δυόμισι με πέντε, τα μεσάνυχτα μέχρι το πρωί. Έφυγε ο ιερεύς και μια βδομάδα δεν βγήκε έξω. Ήταν αμίλητος και σκεφτικός. Ύστερα αρρώστησε. Μάλιστα. Ο παππούλης απ’ τη στεναχώρια του αρρώστησε. Ένα μήνα ολόκληρο. Και στον μήνα εκείνον πήρε το μάθημά του. Οι καλές πράξεις και τα πολλά και μεγάλα έργα αδελφοί μου, χωρίς το ταπεινό φρόνημα στα μάτια του Θεού δεν έχουν καμιά αξία. Και ο Φαρισαίος έλεγε, - θα το ακούσουμε την Κυριακή – ότι έκανε πολλά καλά έργα και μάλιστα έδινε και το εν δέκατο του μισθού του στις ελεημοσύνες. Ούτε λοιπόν τα παχιά λόγια και τα ωραία κηρύγματα σαν και μένα, αυτά τα δικά μου οικοδομούν, αν το πνεύμα του ιερέως δεν είναι συντετριμμένον και τεταπεινομένον. Τι να κάνουμε, στραβώνει η μύτη μας, και ιδίως η δική μου. Και τότε πικραμένος θυμήθηκε ότι και τις προσευχές του, και τις νηστείες του, και τις ελεημοσύνες του, και τα έργα του όλα τα έκανε προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις. Όπως βέβαια και οι συγκρίσεις του προς την πνευματική εργασία τόσων και τόσων αγίων επισκόπων, ιερέων και γεροντάδων ήσαν καθαρά από φθόνο. Ένας απλός πτωχός οικογενειάρχης αλλά ταπεινός τω πνεύμα είχε ασυγκρίτως πολύ μεγαλύτερη παρρησία στο Θεό απ’ αυτόν τον ιερέα που εθεωρείτο ευλαβέστατος, με πλούσια δράση και άγιος, άγιος ανάμεσα στους ανθρώπους, τις ενορίες του, και του έβαζαν μάλιστα και βαθειά μετάνοια. Αλήθεια λοιπόν, τι τραγική ειρωνεία. Έμαθε καλά το μάθημά του ότι ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς σε δίδωσιν την χάριν. Έμαθε ακόμη ότι μακάριοι είναι μόνον οι πτωχοί τω πνεύματι, δηλαδή οι ταπεινοί, όσοι έχουν καρδίαν καθαράν, διότι αυτοί και μόνον τον Θεόν όψονται, και σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών. Αυτόν τον ιερέα, τον εξομολήγησα και τον κοινώνησα στο αντικαρκινικόν του Μεταξά, στην πενταετία 70-75 λίγο πριν πεθάνει.

Το βίωμα του ανωνύμου αυτού χριστιανού αδελφοί μου, είναι μια από τις άπειρες δωρεές του Θεού προς το πλάσμα του που αγωνίζεται μέρα νύχτα με ταπείνωση πολλή και με την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Που αγωνίζεται με αγρυπνία στις αισθήσεις του, με εγκράτεια στη γλώσσα, με προσοχή στα μάτια, με την πίστη ζωντανή και φλογερή, με την ακρίβεια στην τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, με την αληθινή μετάνοια και συντριβή, με την ταπείνωση στο νου και στην καρδιά. Με την καθαρότητα σ’ ολόκληρη την καθημερινή του ζωή κατά δύναμη, όσο μπορεί. Και ασφαλώς βέβαια με την μελέτη των Αγίων Γραφών, και άλλων καλών ωφελίμων βιβλίων.

Να λοιπόν μερικές βασικές προϋποθέσεις αγιασμού και θεώσεως του κάθε αγωνιζομένου πιστού χριστιανού, που αγωνίζεται με πολλή συνέπεια και φόβον Θεού, μέσα σ’ αυτήν την αλλοπρόσαλλη και παράλογη κοινωνία που ζούμε. Το παράδειγμα και βίωμα αυτού του ανωνύμου χριστιανού, μας βεβαιώνει ότι είναι δυνατή μέσα στον κόσμο του παρόντος αιώνος, του απατεώνος, όχι μόνον η σωτηρία, αλλά και η θέωσις, με βασική προϋπόθεση ότι προηγείται η κάθαρσις από όλα τα πάθη, και τα ψυχικά, και τα πνευματικά και τα σωματικά, για να ακολουθήσει ο φωτισμός και έπειτα η τελείωσις και ο αγιασμός του όλου ανθρώπου. Επαναλαμβάνω, ότι για να καθαρισθούμε από τα πάθη χρειαζόμεθα τη βοήθεια του Θεού, και ο Θεός αποτελεσματικά μας βοηθάει, - θα τα επαναλάβομε πολλές φορές, για να μη νομίζουμε ότι εύκολα εξαγιάζεται ένας άνθρωπος, και εύκολα μπορεί να δεχτεί δωρεές από το Θεό, γιατί πρέπει να τηρούμε τις Ευαγγελικές εντολές, και μάλιστα της διπλής αγάπης και προς τον Θεόν, «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» - δεν τον αγαπάμε τον πλησίον μας, κακά τα ψέματα, καμιά φορά ούτε καλημέρα δεν θέλουμε να του πούμε, και άλλες φορές του γυρίζουμε και την πλάτη. Όταν καλλιεργούμε κάποιες αρετές, να, η αρετή της μακροθυμίας, της συγχωρήσεως, της επιεικείας, δεν είμεθα επιεικείς απέναντι στα σφάλματα και στα λάθη των άλλων, παρόλον που η εντολή του Λόγου του Θεού λέει ότι «το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις». Την επιείκειάν σας να την δείχνετε έμπρακτα προς όλους τους ανθρώπους, - ε, δεν το τηρούμε αυτό… Βέβαια όταν έχουμε πάλι συναίσθηση στην Κοινωνία, στη Θεία Κοινωνία, ή στην Ιερά Εξομολόγηση… Προ παντός δε, όταν δεν συγκρατούμε τη γλώσσα μας, και δεν έχουμε ταπεινό πνεύμα, και δεν πενθούμε για τις αμαρτίες μας. «Μακάριοι οι πενθούντες», λέει, «ότι αυτοί παρακληθήσονται». Και ασφαλώς δεν έχουμε νήψη και προσοχή στους λογισμούς μας, όταν κάνουμε προσευχή, όταν διαβάζουμε την Καινή Διαθήκη, όταν είμαστε μέσα στο ναό. Όλα αυτά και άλλα πολλά τα έχουμε πει επανειλημμένες φορές, και για να μη σας κουράζω, να μην πούμε και άλλα τόσα, όσα οφείλουμε να κάνουμε δηλαδή, όλα αυτά στο σύνολό τους πρέπει να συνοδεύονται από την επίμονη επίκληση του ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δηλαδή από την πνευματική μας κοινωνία μετά του Σωτήρος Χριστού.
Όταν τηρείς, και συ, και συ, μια εντολή και την εφαρμόζεις, να επικαλείσαι συγχρόνως και το όνομα του Ιησού Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν θέλεις να καταπολεμήσεις ένα πάθος και μια αδυναμία σου, να φωνάζεις "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν θέλεις να πνίξεις μέσα σου τον θυμόν, και την οργήν, ή να κατανικήσεις τη ζήλεια σου, που σου κατατρώγει τα σπλάχνα, να επικαλείσαι την βοήθεια του Σωτήρος Χριστού, λέγοντας "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν είσαι μέσα στην εκκλησία, όπως τώρα, και κυρίως βέβαια όταν εκκλησιάζεσαι, είτε στον όρθρο, είτε όταν μπούμε στη Θεία Λειτουργία, - τι αρχίζετε τα μουρμουρητά, μπουρ μπουρ μπουρ μπουρ ο ένας με τον άλλον; καμιά φορά λέτε «καλημέρα σας, τι κάνετε, πώς είστε», αγκαλιάζεστε και φιλιόσαστε, - "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", ναός του Θεού είναι. Και ναός είστε σείς! Κάθε φορά που εγώ ως παπάς και λειτουργός του Υψίστου, και σεις ως εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, λέτε το όνομα του Ιησού μέσα στο ναό, γίνεστε ναός! Κάθε χάρις ναοποιεί την ύπαρξή μας. Κάθε κάλεσμα του Ιησού Χριστού, μας κάνει ουράνιο ναό, και αυτό δεν το έχουμε καταλάβει, ασχολούμεθα με το τι λένε οι τηλεοράσεις συνέχεια. Μόνο κουτσομπολιό ξέρουμε να κάνουμε.
Όταν έρχεσαι εδώ να κοινωνήσεις, μη δίνεις σημασία τι σου λέει ο διάολος, λέγε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Παντού και πάντοτε να φωνάζετε το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Έτσι παλεύουμε με τα πάθη μας, αλλά πάντοτε όμως με τη βοήθεια της ευχής. Είναι δηλαδή, για να αντιμετωπίσουμε μια ασθένεια πρέπει να πάρουμε αντιβίωση, πρέπει να μας βάλουν μια ένεση, και αυτή η ένεσις είναι το όνομα του Ιησού Χριστού. Δεν επιτυγχάνεται η κάθαρσις απ’ την τυραννία των παθών και απ’ την εξουσία του διαβόλου, χωρίς τη βοήθεια του Ιησού Χριστού, αφού ο ίδιος το λέει, «άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», άρα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Δεν ξέρουμε άλλες προσευχές. Δεν ξέρουμε τι προσευχή να κάνουμε… Λέγε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". «Θεέ μου βοήθησέ με». «Παναγία μου σώσε με, με τις πρεσβείες σου». Αυτά δεν ξέρουμε να τα πούμε; Όλοι μας ξέρουμε. Η ευχή λοιπόν συνδράμει στην τήρηση των εντολών του Θεού και στην κάθαρση από τα πάθη και τις αδυναμίες.

Στον πρώτο καιρό πρέπει να λέμε την ευχή προφορικά, με το στόμα. Και μάλιστα όσο μπορούμε συχνότερα. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Ψιθυριστά. Η φωνή που βγαίνει απ’ το στόμα συγκεντρώνει τον νου πάνω στις λέξεις, που αρχίζει σιγά σιγά να τις προσέχει. Όταν επιμένουμε λοιπόν πολύ στην καθημερινή προφορική προσευχή όλη την ημέρα, ανεξάρτητα απ’ τη δουλειά που κάνουμε, όσο θα περνάει ο καιρός τόσο και πιο απαραίτητη θα μας γίνεται. Δημιουργείται μέσα μας ένα παράδοξο κλίμα γλυκύτητος και ειρήνης. Ακόμα και το στόμα γλυκαίνεται. Σα να έχει μέσα της μια γλυκιά καραμέλα και την πιπιλίζει διαρκώς, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", και το θέλει και το ζητάει γιατί έχει γλύκα το στόμα. Τότε βέβαια για κανέναν λόγο δεν θέλουμε να σταματήσουμε το όνομα του Χριστού. Και όταν μας διακόπτουν, για τον αλφα ή βήτα λόγο, υπάρχει βέβαια ή επιβάλλεται ανάγκη της διακοπής της ευχής, αισθανόμαστε σα να μας λείπει κάτι το πολύτιμο. Η ψυχή αισθάνεται την έλλειψη της ευχής και την αναζητά και τότε μόλις βρει την ευκαιρία ξαναρχίζει και πάλι "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Εκείνο που βοηθά βέβαια αποτελεσματικώς την ευχή είναι όταν τη λέμε με το νου, και μάλιστα κατά τη διάρκεια της νυκτός. Στην αρχή θα την λέμε δεκαπέντε λεπτά, με το ρολόι δεκαπέντε λεπτά, όρθιοι, δεν μπορούμε όρθιοι; καθιστοί. έχουμε και γεράματα, έχουμε και ανημποριές, έχουμε και αρρώστιες, και καθιστοί. Ο Θεός δεν κοιτάζει αν είσαι καθιστός στο σώμα, κοιτάζει αν κοιμάται η ψυχή σου. Όταν λοιπόν η ψυχή είναι εν εγρηγόρσει, και το καθιστό είναι αποδεκτό είναι αποδεκτό απ’ τον Θεόν, όπως και το γονατιστό για όποιον μπορεί. Πάλι για όποιον μπορεί. Δεν επιβάλλεται τίποτα με τη βία. Όποιος μπορεί και όσο μπορεί. Και ύστερα αυτά τα δεκαπέντε λεπτά να γίνουν μισή ώρα. Όταν περάσουν δυο τρείς μήνες, τέσσερεις, και που συνηθίζουμε σ’ αυτό το ημίωρο, και αρχίζει ο νους πλέον συγκεντρωμένα, να λέει την ευχή, να την απολαμβάνει, τότε αυξάνεται αυτός ο χρόνος λίγο παραπάνω. Επαναλαμβάνουμε ότι εμείς ζούμε μέσα στον κόσμο. Άλλος μπορεί να το κάνει τρία τέταρτα, άλλος μπορεί να το κάνει μια ώρα, άλλος μπορεί να το κάνει παραπάνω. Αλλά αν όμως αυτό το συνηθίσει έστω και μισή ώρα να το λέει κάθε βράδυ, είναι πολύ ευλογημένο, θάχει πολύ χάρη και πολλά αποτελέσματα θα δει.
Βέβαια θα διακόψουμε, και αν θέλουμε να συνεχίσουμε τότε μπορούμε να κάνουμε μερικές μετάνοιες. Στρωτές ή μισές, ή αν έχει περάσει η ηλικία μας, καμία. Ο Θεός μετράει τη διάθεση της ψυχής, και βλέπει μέσα σου, έχεις καρδιά καθαρή; «Καρδίαν καθαράν», λέει. Και «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Πρώτα θα μετρήσει την καρδιά σου, πρώτα θα μετρήσει το μυαλό σου, πόσο καθαρό είναι, και ύστερα θα δει τη στάση του σώματος την οποίαν θα μετρήσει ανάλογα με την ηλικία σου. Κατόπιν θα διαβάσεις Καινή Διαθήκη, θα πεις «μπορεί να με πάρει ύπνος», να σε πάρει ύπνος, αλλά να τη διαβάσεις. Μια σελίδα, μια σελίδα, δυό σελίδες, δυό. Πέντε, .. πέντε, δέκα, .. δέκα. Να διαβάσεις. Εκεί μιλάει ο Θεός σε σένα. Με την προσευχή μιλάς εσύ στο Θεό. Αν μπορείς να διαβάσεις κάποια άλλη στιγμή της ημέρας, κάποιο άλλο καλό πατερικό φιλοκαλικό βιβλίο, και αυτό βέβαια ασφαλώς θα το κάνεις. Θες να διαβάσεις μια παράκληση; Διάβασέ την. Δεν σε εμποδίζει κανένας… Θες τη Μικρή, θες τη Μεγάλη, θέλεις ενός Αγίου… Έχεις μια ανάγκη, υπάρχει μια αρρώστια στο σπίτι… Κάτι κακό συμβαίνει και θέλεις να διαβάσεις κάτι, διάβασέ το. Κάνε όμως και κομποσχοινάκι. Πάρε στο χέρι σου το κομποσχοίνι. Κράτησέ το κρυφά, μέσα στη νύχτα δε σε βλέπει κανένας. Και κάθε κόμπο λέγε: "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", δεν είναι τόσο σπουδαίο … Όλοι μας μπορούμε να το κάνουμε…
Αργότερα μπορούμε να την κάνουμε και με την αναπνοή. Εισπνέουμε «Κύριε Ιησού Χριστέ», εκπνέουμε «ελέησόν με». Εισπνέουμε, κρατούμε λίγο την αναπνοή, το λέμε πέντε φορές, και εκπνέουμε. Αλλά αυτά δεν έχουν καμιά σημασία. Δεν τα λέμε καθόλου, αν μας εμποδίζουν και μας έχουν, μας προκαλούν κάποια δυσκολία. Τα λένε αυτά στην αρχή, αυτά… Για κάνα μήνα – δυό, διότι η προσευχή δεν έχει μέθοδο. Όταν πάμε να μιλήσουμε με έναν φίλο μας, όταν πάμε να μιλήσουμε με ένα επίσημο πρόσωπο δεν έχουμε μέθοδο, ανοίγουμε την καρδιά μας και λέμε το αίτημά μας. Κύριε το παιδί μας δεν μπορεί! Σε παρακαλώ, κάν μου αυτή τη χάρη. Έτσι μιλάμε. Έτσι θα μιλάμε και στο Χριστό, χωρίς μεθόδους και χωρίς τρόπους. Αλλά πάντοτε όμως παρακλητικά και με συντετριμμένη την καρδιά.
Όταν λέμε την ευχή, φροντίζουμε να μην έχουμε μετεωρισμούς, να μη φεύγει δηλαδή το μυαλό μας πότε εδώ και πότε εκεί. Να μη χαζεύει σε εικόνες, να μη σκέφτεται απολύτως τίποτα. Να λέγει μόνον, να προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής, τίποτε άλλο.
Με απόλυτη συναίσθηση ότι αυτό που λέει, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", το λέγει μπροστά στο Χριστό. Ο Χριστός είναι μπροστά μας, δεν είναι πίσω μας. Ούτε μακρυά στον ουρανό σε εκατομμύρια μίλια. Είμαστε ενώπιόν Του. Αν τα μάτια της ψυχής μας δεν ήταν τυφλά, θα Τον βλέπαμε, και αν ήταν βέβαια και προς το συμφέρον μας. Και με αυτή τη συναίσθηση Τον παρακαλούμε θερμά, Τον ικετεύουμε δυνατά για να μας ελεήσει και να μας σώσει, «Χριστέ μου ελέησόν με, εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με».
Η Χαναναία Τον είχε μπροστά της και φώναζε: «Ιησού Υιέ Δαυΐδ ελέησόν με, ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται».
Έτσι και μεις Τον έχουμε μπροστά μας και Τον φωνάζουμε «ελέησόν με τον αμαρτωλόν, διότι εγώ έχω μέσα μου το δαιμόνιο, τον δαίμονα ή τους δαίμονας των παθών. Εγώ έχω μέσα μου το σκοτάδι. Το σκοτάδι της αμαρτίας.
Εγώ κυριαρχούμαι από τα πάθη και υποφέρουν όλοι γύρω μου.
Εγώ φταίω για όλα.
Χριστέ μου ελέησέ με.
Άμα ελεήσεις εμένα, θα ελεήσεις και τον σύντροφο της ζωής μου.
Ελεείς τότε και τα παιδιά μου.
Ελεείς τον άρρωστο αδελφό μου που βασανίζεται απ’ τον καρκίνο.
Ελεείς και τον ξάδελφό μου τώρα που έπαθε εγκεφαλικό.
Ελεείς το παιδί μου για την αποκατάστασή του ή για να βρει εργασία.
Ελέησόν με Κύριε, γιατί ελεώντας εμένα, ελεείς και τους κληρικούς της Εκκλησίας σου. Ποιος είσαι σύ και σύ που κατηγορείς τον άλφα ή τον βήτα κληρικό; Κάνε το παιδί σου; Και συ που φωνάζεις ως άνδρας γίνε εσύ για να διορθώσεις τα κακώς κείμενα. Συ που κατηγορείς, θα το πληρώσεις. Γιατί κατακρίνεις. Και δεν έχεις το δικαίωμα γιατί δεν είσαι Θεός.
Ελέησόν με Κύριε διότι δεν έχω αληθινή μετάνοια και συντριβή. Δεν έχω. Γι’ αυτό ελέησόν με.
Δεν έχω δάκρυα παρακλητικά, ελέησόν με.
Δεν έχω ταπείνωση, ελέησόν με.
Δεν έχω πίστη, ελέησόν με.
Δεν έχω υπομονή, ελέησόν με.
Δεν πενθώ για τις αμαρτίες μου, ελέησόν με.
Δεν κλαίω, ελέησόν με.
Κι όλο αυτό το έργο θα γίνεται χωρίς φαντασίες, χωρίς μετεωρισμούς, χωρίς εικόνες, χωρίς μορφές, χωρίς ιδέες που μπορεί να σχηματίζει ο νους, είτε από τις πολλές μας παλιές συνήθειες, είτε από τις πολλές έγνοιες και τις μέριμνες και τις σκοτούρες που έχουμε, είτε από την πολλή κούραση, είτε από την ενόχληση του διαβόλου. Από πολλές αιτίες μας έρχονται οι λογισμοί στο κεφάλι μας και δεν μας αφήνουν να κάνουμε προσευχή. Εύκολα λοιπόν, πολύ εύκολα φεύγει η προσοχή μας, από την ευχή, από το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", και χάνεται ο πολύτιμος, ο πολυτιμότατος πνευματικός καρπός της. Χάνεται ο ουράνιος θησαυρός της Θείας Χάριτος.

Χριστιανοί μου, εργασία πνευματική με την ταυτόχρονη πρακτική εφαρμογή των Ευαγγελικών εντολών, μας δίδει η παρακάτω αληθινή ιστορία, του μπαρμπα Νικόλα του ψάλτου από την Καρλίκοβα της Δράμας.
Υπήρχε ένας χωρικός γύρω στο 1930, και ήταν και ψάλτης στο χωριό, αλλά ψάλτης πρακτικός. Αυτός λοιπόν πήγαινε κάθε πρωί στην εκκλησία και το βράδυ στον εσπερινό και βοηθούσε τον παπά. Άφηνε όποια δουλειά είχε, είτε στα χωράφια, είτε οπουδήποτε αλλού και πήγαινε. Ήτο φιλόξενος, ελεήμων. Όποιος χωρικός αρρώσταινε πήγαινε αυτός σαν οργώσει το χωράφι του, να το σπείρει, να το θερίσει, να του μαζέψει τα ξύλα για το χειμώνα, άμα ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε. Εκείνα τα χρόνια εύκολα χήρευαν οι άνθρωποι, είτε από την γυναίκα, που πέθαινε πάνω στις γέννες, είτε από πρόωρες ασθένειες στους άνδρες. Παντού και πάντοτε ο μπαρμπα Νικόλας βοηθούσε. Όποιος έκτιζε μάνδρα ή σπίτι πήγαινε και τον βοηθούσε. Έτρεχε και στο μαραγκό και στο σιδερά για δωρεάν βοήθεια, - αυτούς που έκαναν τις ρόδες από τους αραμπάδες εκείνης της εποχής. Ο καλός Σαμαρείτης λοιπόν σε όλους τους κατοίκους του χωριού. Και συνεχώς έψελνε. Ό,τι κι αν έκανε όλη την ημέρα έψελνε. Γλυκαινόταν δε πάρα πολύ όταν εκατοντάδες φορές έλεγε το «Κύριε ελέησον» σ’ όποιον ήχο νόμιζε ότι μπορούσε να το πει. Αλλά έλεγε το «Κύριε ελέησον». «Κύριε ελέησον», «Κύριε ελέησον». Γι’ αυτό τον είχαν βαφτίσει οι χωρικοί ο «μπαρμπα Νικόλας ο Κύριε ελέησον». Τι καλά να μας δίναν και μας ένα τέτοιο όνομα !... Ήταν δε περίπου πενήντα ετών.
Ένα βράδυ λοιπόν, όπως έκανε ολονύκτια προσευχή, βλέπει ξαφνικά να ανοίγουν τα ουράνια, να κατεβαίνουν άγγελοι και να του βάζουν, ουράνιο στεφάνι στο κεφάλι. Ο άνθρωπος είχε γαλήνη, ειρήνη, και θεϊκή ακατάληπτη ευτυχία μέσα του. Αλλά είχε την απορία. Ποιος πάνω, τι ήταν αυτό, και ποιος είμαι εγώ; Και πως γίνεται αυτό; Άντε δε βαριέσαι, όνειρο ήταν, θα περάσει. Φαίνεται αποκοιμήθηκα και το είδα έτσι. Την άλλη νύχτα κάνει πάλι προσευχή, πάλι το ίδιο θεϊκό όραμα. Την τρίτη ημέρα το ίδιο, την τετάρτη ημέρα το ίδιο, μα λέει, πρέπει να πάω να το πω στον παπα Μιχάλη.
Τρέχει λοιπόν του λέει παπά, το πρωί μετά την ακολουθία του όρθρου, το και το μου συμβαίνει.
- Τι να σου πώ, του λέει. Ίσως είναι του Θεού, ίσως είναι και του διαβόλου. Ε, ξέχασέ το καλύτερα, κάνε τη δουλειά εσύ, πήγαινε στο σπίτι σου, τούπε καλά πράγματα, αλλά φεύγοντας όμως είπε μέσα του ο παπα Μιχάλης, βρέ και μπας και από το πολύ ψάλσιμο και το πολύ διάβασμα που κάνει ο μπαρμπα Νικόλας του σάλεψε το μυαλό και τον τρέλανε ο διάολος; Μάλλον δε θάναι καλά, ας ψέλνει, αλλά καλά δεν θάναι. Μπορεί νάναι καλός άνθρωπος, να τρέχει εδώ, να τρέχει από κει, αλλά φαίνεται τον πήρε τούμπα η τρέλα.
Δεν πέρασαν μερικές ημέρες και αρρωσταίνει ο «μπαρμπα Νικόλας ο Κύριε ελέησον». Το πρώτο πράγμα που ζήτησε ήταν να εξομολογηθεί στον παπα-Μιχάλη και να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Μέχρι την τελευταία του στιγμή, έδινε τις καλές του χριστιανικές και πατρικές συμβουλές, όλες γεμάτες από αγάπη και θεία ευλογία. Και προς τα παιδιά του και προς όλους εκείνους που τον επισκέπτονταν.
Σε λίγες μέρες πέθανε. Κι όταν πέθανε όλο το χωριό βρέθηκε στην κηδεία του, γιατί ήξεραν την καλοσύνη του και γιατί πληροφορήθηκαν τις κρυφές του ελεημοσύνες, και σχεδόν όλες του τις κρυφές προσφορές, αγρυπνίες, προσευχές, συνδρομές και τα λοιπά. Όλο το χωριό πήγε στην κηδεία του. Και τον έθαψαν με πολλή συγκίνηση μακαρίζοντας την αγία του ζωή, παρά τις επιφυλάξεις του παπα Μιχάλη.
Ύστερα από δύο ακριβώς χρόνια, πέθανε ο πατέρας του παπα Μιχάλη. Σε ηλικία ενενήντα δύο ετών. Ο ιερεύς με δυο συγγενείς, μετέβησαν στο νεκροταφείο του χωριού κατά τις δέκα η ώρα το πρωί, και άρχισαν να σκάβουν ένα λάκκο δίπλα στον τάφο του «μπαρμπα Νικόλα του Κύριε ελέησον». Όσο έσκαβαν και κατέβαιναν προς τα κάτω από το πλάι και από την μεριά του τάφου του μπαρμπα Νικόλα, άρχισε να βγαίνει μια παράξενη ευωδία πολύ γλυκειά, σαν να υπήρχαν χιλιάδες λουλούδια με έντονη μυρουδιά, μυρίπνοα ουράνια άνθη, τόση άρρητη ευωδία έβγαινε από κει μέσα.
Συγκλονίστηκε ο παπα Μιχάλης και είπε φωναχτά: «Τον αδίκησα τον άνθρωπο, αυτός πράγματι ήταν άγιος, σαν τους Αγίους που προσκυνάμε στην Εκκλησία». Και φεύγοντας για το σπίτι του το διέδωσε παντού.
Άρχισαν αμέσως να καταφθάνουν οι χωρικοί, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, οι περισσότεροι όμως από περιέργεια, για να δουν τι το παράξενο συμβαίνει. Όταν όμως έφταναν στον τάφο, θαύμαζαν έκπληκτοι, την πρωτοφανή ευωδία που εξήρχετο τόσο άφθονη από τον τάφο του «μπαρμπα Νικόλα του Κύριε ελέησον» και δε χόρταιναν να την απολαμβάνουν δοξάζοντας τον Θεό του διδόναι τοιαύτα τοις ανθρώποις.

Αυτά είναι τα θαυμάσια της πίστεώς μας, και της αληθινής κατά Χριστόν, ζωής, προσφοράς και θυσίας. Πρώτα ο πνευματικός αγώνας, πρώτα η πρακτική τήρησις των εντολών και δη της αγάπης, μαζί με την συμμετοχή στα πανάγια μυστήρια, την αδιάλειπτη προσευχή και το ταπεινό φρόνημα, και ύστερα οι αμοιβές, και τα δώρα του Αγίου Θεού.

Η ιστορία του κεχαριτωμένου αυτού απλού χριστιανού, του «μπαρμπα Νικόλα του Κύριε ελέησον» χριστιανοί μου, μας φανερώνει τις πιο μεγάλες αλήθειες της πίστεώς μας. Προηγείται η εφαρμογή του θελήματος του Θεού. Η πράξις και τα έργα των Ευαγγελικών εντολών. Η Συμμετοχή στα μυστήρια. Και ύστερα ακολουθεί η ενέργεια της προσευχής στην καρδιά. Αν δεν αιχμαλωτίζουμε καθημερινά παν νόημα στην υπακοή του Χριστού, και κάθε σκέψη μας και κάθε ενέργεια της ζωής μας σ’ αυτήν την υπακοή, οι προσευχές μας θα είναι άκαρπες, στείρες και μουχλιασμένες.

Θυμώνεις; Νευριάζεις; Ταράζεσαι; Χάθηκε η προσευχή.
Κατακρίνεις, ιδίως το ράσο; Τότε όχι μόνον αχρηστεύεται η προσευχή σου, αλλά μολύνεται και θανάσιμα, κολάζεται.
Ζηλεύεις; Φθονείς; Θυμάσαι το κακό που σου έκαμε ο συγγενής σου, ο φίλος, ο γείτονας, ο συνάδελφος; Και τον μνησικακείς; Τάχασες όλα.
Εκδηλώνουμε τον εγωισμό μας; Η προσευχή μας δε εισακούεται.
Έχουμε κρίσεις και ορέξεις λαιμαργίας, φιλαργυρίας, φιληδονίας; Τότε ψυχραίνεται η καρδιά μας και μας εγκαταλείπει η χάρις του Θεού.
Και χωρίς χάρη προσευχή αληθινή δεν γίνεται.
Έτσι λοιπόν οι σαρκικές και βλάσφημες σκέψεις, η απερίσκεπτη μέριμνα και το άγχος, η αγάπη για τα εγκόσμια, ο πολύς ύπνος, η ακράτεια της γλώσσης, η ραθυμία και η ακηδία, η ασυδοσία των πέντε αισθήσεων και η κατάκρισις και άλλα πολλά πολλά πολλά, αρρωσταίνουν την ψυχή, εξασθενούν τη θέληση, σκοτίζουν τον νουν, και αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε την πιο μικρή μας προσευχή. Δεν μπορούμε να πούμε ούτε το «Πάτερ ημών». Ούτε να πούμε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", διότι ουδείς δύναται ειπείν, «Κύριον Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι Αγίω». Άρα προηγείται η κάθαρσις από όλα τα πάθη, ή πρέπει να βρισκόμαστε στο δρόμο της προσπάθειας για να καθαριστούμε από τις αδυναμίες μας, και με τον σκληρό πνευματικόν αυτόν αγώνα που κάνουμε, και ύστερα να ακολουθήσει σιγά σιγά η θέρμη της καρδιάς και η νοερά ενέργεια αυτής της ευχούλας που λέμε, που μπορούμε να πούμε όσο το δυνατόν συχνότερα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Τότε αυτού του είδους η προσευχή, μαζί με την Θεία Κοινωνία, γίνεται φάρμακο αθανασίας. Και γεύσις αιωνιότητος, και γεύσις Παραδείσου και θείας μακαριότητος.
Γι’ αυτό "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", παντού και πάντοτε. Είτε φωναχτά, είτε ψιθυριστά, είτε με το μυαλό μας, από μέσα μας δηλαδή, με το νου μας. Ναι στο "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", αλλά με τις οδηγίες του πνευματικού και με τη δική σας προσωπική ακρίβεια στην εξαγόρευση των λογισμών και των σκέψεων, των διαθέσεων και των τάσεων και όσα κινούνται στο χώρο της καρδιάς όταν λέγεται η ευχή. Ναι λοιπόν στην ευχή αλλά πρώτα στην προφορική. Οι κίνδυνοι από τον διάβολο ή από τις κινήσεις των παθών μας είναι πάρα πολλοί.

Ο μεγάλος ασκητής – βρε πως πέρασε η ώρα – και Άγιος ο όσιος Κύριλλος ο Φιλεώτης διηγείται ο ίδιος το εξής περιστατικό.
Κατά την διάρκειαν μιας νυχτερινής του προσευχής στο κελάκι του, αγρυπνώντας τη νύχτα, όταν ήταν αρχάριος, νεαρός μοναχός και ασκητής, ξαφνικά μπροστά του εμφανίστηκε το εσωτερικόν ενός ωραίου ναού, εντός του οποίου λειτουργούσε ένας πολύ γνωστός και ξακουστός ασκητής ιερεύς, ερημίτης.
Τον βλέπει να βγαίνει στην Ωραία Πύλη και χωρίς να πει «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης» κάλεσε λοιπόν τον όσιο Κύριλλο, τον απλό τότε Κύριλλο να κοινωνήσει.
- Έλα Κύριλλε, του λέει, να κοινωνήσεις, έλα.
Πηγαίνοντας προς τον ιερέα, χωρίς να το καταλάβει βέβαια, πώς κινήθηκε προς τα εκεί για να μεταλάβει, από τη συνήθεια που είχε και από τον φόβο τον πολύ, έκαμε το Σταυρό του λέγοντας, «Χριστέ μου, σε μένα τον ανάξιο», έ, βροντή γέγονεν, έγινε φοβερή βροντή, κεραυνός εν αιθρία, όπως θα λέγαμε, και τα πάντα διελύθησαν μέσα σε καπνό και απαίσια δυσοσμία. Βρώμισε όλο το κελί. Άνοιξε τις πόρτες και τα παράθυρα να φύγει η βρωμιά.
Γιατί όμως; Ποιο είναι το γιατί. Γιατί αυτή η σατανική οπτασία; Με τέτοιο μάλιστα θανάσιμο κίνδυνο να χάσει και την ψυχή του. Κάθισε λοιπόν και ζόρισε το μυαλό του, και θυμήθηκε ότι κάπου άφησε το μυαλό του, σε κάποιες φαντασίες που το ενόχλησαν, να κάνει κάποιες κάποιες πολύ πολύ πολύ μικρούτσικες συγκαταθέσεις. Και επειδή ήταν ακόμα αρχάριος, θέλησε να το εκμεταλευτεί ο διάβολος και να τον ρίξει σε παγίδα ώστε να τον κάνει να τον προσκυνήσει και να τον δαιμονοποιήσει.
Προσοχή λοιπόν, εκείνο που μας φυλάσσει αποτελεσματικά είναι η ακριβής εξομολόγησις, η μνήμη του θανάτου, το ταπεινό φρόνημα, το να μην μετεωρίζεται ο νούς μας, και να θυμώμαστε πάντοτε ότι όταν φωνάζουμε το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", το φωνάζουμε και το λέμε μπροστά στο Χριστό, παρόντος.

Με το σημερινό κήρυγμα θάθελα να σας πω και άλλα πολλά, αλλά ήδη πέρασαν, κοντεύουν 55 λεπτά, αν σας εκούρασα συγγνώμην, με το σημερινό όμως κήρυγμα, δεν θέλουμε και δεν επιθυμήσαμε βέβαια, να κάνουμε μια συστηματική προσφορά της νοεράς προσευχής, που ξεκινά με την προφορική επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού, αλλά ήθελα να σας κάνω ένα εγερτήριο σάλπισμα, να σας ξεσηκώσω πνευματικά, όλους σας, για να αρχίσετε να λέτε την ευχούλα.

Εδώ βέβαια θα σταματήσουμε παρόλον που είχα σκοπό να πω και άλλα πάρα πολλά πράγματα. Αλλά θα τα πούμε όμως άλλη φορά. Θα συνεχίσουμε. Διότι με την φτωχή αυτή ομιλία, δεν τελειώνουν ποτέ, τα κηρύγματα για την ευχή και πολύ περισσότερο για την νοερά καρδιακή προσευχή. Θα υπάρξουν και συνέχειες, στην κατά δύναμιν υγεία μου, και στο φωτισμό που θα μου δώσει ο Θεός. Εδώ τελειώσαμε λέγοντας
«Αμήν».

Η αληθινή μετάνοια κατά τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Ιερό Χρυσόστομο μέ εκτενή εισαγωγή γιά λανθασμένους τρόπους εξομολογήσεως Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ




Αδελφοί και πατέρες, χριστιανοί μου, θα σας ομιλήσω με όσο το δυνατόν περισσότερο απλά λόγια, και θα αποφύγω τα υψηλά πνευματικά νοήματα. Όσο μπορώ.

Κάποιος νέος κάποτε, ζώντας ακόλαστη ζωή, θέλησε κάποια Κυριακή να πάει στην εκκλησία, από περιέργεια. Στο κήρυγμά του ο λειτουργός ιερέας μίλησε για τη μετάνοια. Ο νέος συγκλονίστηκε τόσο πολύ, τόσο βαθειά, ώστε αποφάσισε να αλλάξει ζωή. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ζήτησε να εξομολογηθεί.
Εξομολογήθηκε και την επομένη αποσύρθηκε στην ερημική του εξοχική κατοικία και έκλαιγε νύχτα μέρα για τις αμαρτίες του. Κατά παράδοξο, όμως, τρόπο δεν μπορούσε να παρηγορηθεί.
Μια νύχτα σαν σε όραμα βλέπει τον Κύριο, τριγυρισμένο από ουράνιο φως και με καλοσύνη, τον ρωτάει με την γλυκύτατη εκείνη φωνή Του:
- Τι έχεις παιδί μου και κλαις με τόσο πόνο;
- Κλαίω, Κύριε, γιατί έπεσα.
«Έπεσα», είπε με απόγνωση ο αμαρτωλός νέος.
- Ε, τότε σήκω.
- Δεν μπορώ μόνος Κύριε…
Τότε άπλωσε το θεϊκό Του χέρι ο Βασιλεύς της αγάπης, ο φιλάνθρωπος Κύριος, και τον βοήθησε να σηκωθεί. Εκείνος, όμως, δεν σταμάτησε να κλαίει…
Και τον ρωτάει ο Κύριος.
- Τώρα γιατί κλαίς;
- Πονώ, Χριστέ μου, γιατί σε λύπησα. Ξόδεψα τον πλούτον των χαρισμάτων σου και τα νιάτα μου στις ασωτείες.
Έβαλε τότε με στοργή το χέρι Του ο φιλάνθρωπος Δεσπότης στο κεφάλι του πονεμένου αμαρτωλού και του είπε με πολλή ιλαρότητα.
- Αφού για μένα κλαις τόσο πολύ και’γω ξέχασα όλες σου τις αμαρτίες.
Ο νέος σήκωσε τα μάτια του για να ευχαριστήσει τον Σωτήρα του Χριστόν, μα Εκείνος είχε εξαφανιστεί.
Λυτρωμένος πλέον από το βάρος της αμαρτίας και αναγεννημένος επέστρεψε στο σπίτι του. Από τότε έγινε το πιο λαμπρό παράδειγμα ενός πιστού χριστιανού, μέσα και έξω απ’ το σπίτι του, με λόγια και με έργα.

Χριστιανοί μου, αυτή η ιστορία, έχει να μας διδάξει πολλά.
Και το πρώτον είναι η ανάγκη του τακτικού εκκλησιασμού από όλα τα μέλη της οικογένειας. Διότι η Θείας Λειτουργία με τις ιερές ψαλμωδίες, τα αναγνώσματα, το κήρυγμα, και ειδικά την Θεία Κοινωνία, παρέχουν τις προϋποθέσεις της σωτηρίας μας. Ο λόγος του Θεού που ακούγεται είναι ο σωτήριος σπόρος που σπέρνεται στις καρδιές των χριστιανών. Και αν μεν η καρδιά αποδειχθεί γη αγαθή, τότε ο σπόρος μεγαλώνει και αποδίδει καρπούς μετανοίας, τριάκοντα, εξήκοντα, εκατό.

Μετάνοια σημαίνει, μετάνοια σημαίνει ολοκληρωτική αλλαγή της ζωής μας. Την άρνηση της αμαρτίας με όλη μας την καρδιά. Μίσος για το διάβολο. Τα πάθη μας και τις αδυναμίες μας, δυνατή απόφαση να μην ξαναπέσουμε στα ίδια. Να αισθανθούμε ως αμαρτωλοί ότι ζούμε σ’ ένα στάβλο μαζί με τους χοίρους. Απέναντι δε από το στάβλο, βρίσκεται η πολυτελής βίλα του πατέρα μας.
Και τότε να πούμε : «Μα καλά τρελλάθηκα; Εδώ ο πατέρας μου έχει ένα παλάτι με όλα τα αγαθά και γω κάθομαι εδώ μέσα στις βρωμιές, μέσα στην κοπριά. Γυρίζω πίσω. Επιστρέφω, δηλαδή, στο σπίτι. Συμφιλιώνομαι με το Θεόν Πατέρα μου και με το κάθε αδελφό που έβλαψα και αρχίζω μια καινούργια ζωή, αναγεννημένος πλέον και δεδικαιωμένος».
Άρα με τα έργα μετανοεί ο χριστιανός και όχι με τα λόγια.
«Όλοι οι πνευματικοί, όλοι μαζί οι Πατριάρχες, όλοι οι Αρχιερείς, και ο όλος ο κόσμος να σε συγχωρέσουν είσαι ασυγχώρητος, αν δεν μετανοήσεις έμπρακτα», λέγει ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.
Εάν, δηλαδή, δεν μισήσουμε την αμαρτία, και αν δεν πονέσουμε για το κακό που κάναμε στην ψυχή μας και στις ψυχές των άλλων, προσέξτε το αυτό, και στις ψυχές των άλλων κάνουμε ζημιά με τη δική μας αμαρτία, και δεν αλλάξουμε ζωή, τότε η μετάνοιά μας δεν είναι αληθινή. Δεν είναι τίποτα.

Εδώ, όμως, αδελφοί μου πρέπει να αναφέρουμε μερικούς τρόπους εξομολογήσεως χριστιανών, που δεν είναι καθόλου σύμφωνα με το πνεύμα του μυστηρίου της Ιεράς Εξομολογήσεως.
Πρώτον: Η εξομολόγησις δεν είναι φιλική συζήτησις με τον πνευματικό. Ούτε μπορούμε να ρθούμε και να καθίσουμε μπροστά του, καθήμενοι σταυροπόδι.
Δεύτερον: Δεν είναι ξερή απαρίθμησις αμαρτημάτων που αναφέρονται σε μια κόλλα χαρτί. «Είμαι αυτό, είμαι εκείνο, είμαι εκείνο, είμαι εκείνο, είμαι το άλλο, είμαι το άλλο, είμαι το άλλο, το άλλο…». Αυτό δεν είναι Εξομολόγησις!
Τρίτον: Δεν είναι αναφορά των καλών μας έργων.
Τέταρτον: Δεν είναι μετάθεσις της ευθύνης στους άλλους. Γιατί στην ουσία εξομολογούμαστε τις αμαρτίες των άλλων και όχι τις δικές μας.
Πέμπτον: Υπάρχει μια κατηγορία χριστιανών που είναι όλο δικαιολογίες. Είναι μεν αμαρτωλοί, ναι μεν έπεσαν σε σοβαρά λάθη, στην άλφα ή στην βήτα θανάσιμη ή μη αμαρτία, αλλά φταίνε πάντοτε οι άλλοι, φταίνε οι περιστάσεις, φταίει η κακιά τους τύχη, φταίνε τα μάγια που τους έκαναν οι άλλοι, φταίει ακόμα και η κακή συνήθεια. Αυτοί δεν φταίνε ποτέ. Είναι καλοί άνθρωποι. Αγαπάνε όλο τον κόσμο αλλά αμάρτησαν γιατί φταίνε οι άλλοι. Έχουν, είναι αλήθεια, πολλές και καλές δικαιολογίες, και μερικές είναι και πολύ λογικές. Αλλά, χριστιανοί μου, η δικαιολογία είναι δικαιολογία. Δεν είναι αναγνώρισις του σφάλματος που ξεκινάει από τον ίδιο τον εαυτόν μας. Η δικαιολογία, λένε οι Πατέρες, είναι ο δικηγόρος του διαβόλου. Θέλετε να το επαναλάβω; Όσοι δικαιολογούμαστε στην εξομολόγηση καλούμε τον διάβολο συνήγορο. Γι’ αυτό, όποιος δικαιολογείται, ούτε σωστή εξομολόγηση κάνει, ούτε αληθινή μετάνοια έχει.
Έκτον: Δεν είναι, επίσης, εξομολόγησις το να ζητάμε να μας διαβαστεί η συγχωρητική ευχή, χωρίς να εξομολογηθούν, και αυτό διότι πιστεύουν ότι δεν έχουν αμαρτίες. Ή άμα δεν έχουν αμαρτίες, αν δεν έχουν αμαρτήσει, δεν τους χρειάζεται και η ευχή. Εάν είναι άγιοι, να τους βάλουμε και μια μετάνοια.
Έβδομον: Δεν υπάρχει μετάνοια, όταν οι εξομολογούμενοι αντιδρούν στις υποδείξεις του πνευματικού για κάποια αποχή από τη Θεία Κοινωνία, για εγκράτεια και προσευχή, για λογική νηστεία, για εκκλησιασμό, για μικρό πνευματικό αγώνα και λοιπά.
Όγδοον: Άλλοι πάλι το έχουν δίπορτο και για να μην το πω και τρίπορτο. Όποια γνώμη ή συμβουλή τους βολεύει, αυτή και ακολουθούν διότι πηγαίνουν σε δυο και τρείς πνευματικούς. Από τις αντικρουόμενες όμως οδηγίες των δύο πετραχηλίων δημιουργείται ψυχική ακαταστασία, που αποτελεί άμεσο κίνδυνο για τη σωτηρία τους.
Ένατον:Υπάρχουν και αρκετοί χριστιανοί, που αναζητούν πνευματικούς με προορατικά, με διορατικά ή και με προφητικά χαρίσματα. Εξαιτίας δε αυτών των λανθασμένων αναζητήσεων, ο πατήρ Εφραίμ ο Κατουνακιώτης έλεγε τα εξής, προσέξτε το τι έλεγε: «Με την ευχή του διαβόλου και την κατάρα του Θεού, βγήκε γύρω από το όνομά μου η φήμη, ότι είμαι άγιος, και από τότε έχω χάσει την ησυχία μου». Το επαναλαμβάνω: «Με την ευχή του διαβόλου και την κατάρα του Θεού βγήκε η φήμη ότι είμαι άγιος». Άρα, αυτού του είδους οι χριστιανοί δεν ενδιαφέρονται για την σωτηρία της ψυχής των, δια μέσου της αληθινής μετανοίας, αλλά ψάχνουν να βρούν μαγικές λύσεις για τα προβλήματά τους, ή για να καμαρώνουν, για τον άγιο πνευματικό που έχουν. Μα όσο πιο πολύ άγιος είναι ο πνευματικός, τόσο και περισσότερο μεγαλώνουν οι ευθύνες μας απέναντι στον Άγιο Θεό.

Τα παραδείγματα που αναφέραμε, είναι αρκετά, υπάρχουν και άλλα, αλλά θα φανεί ότι θίγω ορισμένους εξ ημών. Εκείνο που μας ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι η αληθινή μετάνοια. Η συναίσθησις της αμαρτωλότητος και της αθλιότητός μας, αδελφοί μου, μπορεί να μας έρθει και εντελώς απροσδόκητα, ύστερα από ένα κήρυγμα. Ή ύστερα από ένα συνταρακτικό γεγονός, είτε σε μας προσωπικά το γεγονός αυτό, είτε στην οικογένειά μας. Και αυτό μπορεί να μας δημιουργήσει σεισμόν μετανοίας. Αληθινής μετάνοιας, που για να διατηρηθεί με σοβαρότητα, χρειάζεται αρκετός χρόνος, κόπους, θυσίες, άσκηση, πολλά καυτά δάκρυα, και αγώνα πνευματικό μέρα νύχτα και πάντοτε κάτω από την Χάριν του Αγίου Θεού. Ολοκληρώνεται δε και πραγματοποιείται με υπομονή πολλή και μυστικά στην καρδιά του μετανοούντος χριστιανού.
Αρχίζει δηλαδή καθημερινός σκληρός αγώνας, για να κοπούν οι κακές συνήθειες. Μετανόησες, συγχωρέθηκες, τις συνήθειες να κόψεις τώρα.
Να μαραθούν και να ξεριζωθούν τα πάθη.
Να εξαγνισθούν οι πέντε αισθήσεις.
Να περιορισθούν οι προσβολές των ακαθάρτων λογισμών απ’ τη Χάρη του Θεού.
Να δημιουργηθούν νέες καλές συνήθειες.
Να πυκνώσει η συνειδητή συμμετοχή στα δύο σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας και να αλλάξει ολόκληρος ο άνθρωπος ψυχοσωματικά.

Μετάνοια και εξομολόγησις είναι ακόμα χριστιανοί μου, ένα ξέρασμα. Ξέρασμα πνευματικό. Ξερνάμε με πόνο ψυχής όσο δηλητήριο έχουμε πιεί, ό,τι σάπιο έχουμε φάει. Στην εξομολόγηση δηλαδή ξερνάμε το δηλητήριο της αμαρτίας. Και αν αυτό το δηλητήριο της αμαρτίας δεν το αποβάλουμε αμέσως, υπάρχει κίνδυνος να μη γιατρευτούμε ποτέ και να πεθάνουμε μια για πάντα.
Μετά, όμως, από το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, απαιτείται άμεση συντηρητική αγωγή με τα φάρμακα που χορηγεί το μεγάλο θεραπευτήριο της Εκκλησίας μας.

Αν τυχόν πάλι η Εξομολόγησή μας δεν είναι ειλικρινής, και ολοκληρωμένη, αυτό σημαίνει δύο πράγματα.
Ή λέμε τις μισές αλήθειες γιατί φοβόμαστε να δούμε ποιος είναι ο πραγματικός εαυτός μας, από ντροπή; πιθανόν
ή που ασυνείδητα θέλουμε να συνεχίσουμε την αμαρτία. Αυτό, όμως, είναι εμπαιγμός του μυστηρίου και «Θεός ου μυκτηρίζεται». Αυτή η τακτική, δυστυχώς, γίνεται αφορμή στο να επιστρέφουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε στα ίδια σκοτάδια της αμαρτίας και ανατρεφόμαστε ηδονικά, από την πληθώρα των παθών μας. Δεν θέλουμε, δηλαδή, να δούμε τον παλιάνθρωπο που κρύβουμε μέσα μας. Έναν άνθρωπο γεμάτο εγωισμό. Υπερηφάνεια και φιλαυτία. Έναν πεισματάρη, γεμάτο θυμό και οργή. Έναν άνθρωπο γεμάτο κακίες και αισχρότητες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην έχουμε τη συντριβή της μετανοίας. Άρα η εξομολόγησίς μας δεν είναι εξομολόγησις. Απλώς ξεγελάμε τον εαυτόν μας.
Ο Θεός, όμως, που δεν θέλει το θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζείν αυτόν, επεμβαίνει πολλές φορές με τρόπους δυναμικούς, και συχνά οδυνηρούς, για να μας φέρει στα σύγκαλά μας, να μας φωτίσει και να μας βάλει μυαλό.
Δηλαδή, η Θεία Χάρις ξυπνά την κοιμισμένη ή πωρωμένη συνείδησή μας και ενεργοποιείται η προαίρεσίς μας ξανά για μια νέα αρχή, για ένα καινούργιο αγώνα ειλικρινούς μετανοίας.

Ας έχουμε όμως υπόψη μας, ότι όλοι εμείς οι αγωνιζόμενοι πιστοί ορθόδοξοι χριστιανοί είμαστε μέλη του θεανδρικού σώματος της Εκκλησίας του Χριστού, με ατέλειες και αδυναμίες που τείνουμε εργαζόμενοι τις Ευαγγελικές εντολές απ’ το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν. Στο σκοπό αυτό ή στην προσπάθεια αυτήν, πρέπει ο ένας να βοηθάει τον άλλον, ως μέλη της αυτής οικογένειας. Άλλωστε αυτό το συνιστά και ο αγιογραφικός λόγος, λέγοντας «Αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος, ως πόλις οχυρά» και όχι να καταδικάζουμε ή να κατακρίνουμε ο ένας τον άλλον για τις τυχόν φανερές του αδυναμίες και πτώσεις.
Και ας μην ξεχνάμε ότι επειδή είμαστε όλοι αμαρτωλοί και φέρουμε μέσα μας την ανθρωπίνη πεπτωκεία φύση, την πεσμένη φύση μας, στο σφάλμα που έπεσε σήμερα ο αδελφός, αύριο μπορεί να πέσουμε εμείς. Το βεβαιώνει και μια λαϊκή παροιμία που μας λέγει: «Το δένδρο που περιγελάς, στην πόρτα σου φυτρώνει».
Κατακρίνοντες, λοιπόν, τον πλησίον, τον συγκρίνουμε με τον εαυτό μας, και αυτό μας παρασέρνει, μας παρασύρει στην πλάνη της αυτοδικαιώσεως. Αναφερόμενοι δε συνεχώς στα δικά μας δήθεν καλά έργα, φτάνουμε στο σημείο να πιστεύουμε ότι και ο Θεός είναι υποχρεωμένος απέναντί μας. Ούτε λίγο ούτε πολύ μας χρωστάει και τον Παράδεισο.
Η ζωή, όμως, είναι γεμάτη βάσανα και θλίψεις. Και όταν αυτές έρθουν στο σπιτικό μας, αμέσως γογγύζουμε και τα βάζουμε με το Θεόν λέγοντας: «Μα εγώ στη ζωή μου έκανα μόνο καλά. Γιατί να μου στείλει ο Θεός αυτό το κακό;» ή «τι του έφταιξα του Θεού και με βασανίζει τόσο πολύ; Μήπως οι άλλοι είναι καλύτεροι; Κοιτάξτε εκείνους. Στο Θεό δεν πιστεύουν. Εκκλησία δεν πηγαίνουν. Κλέφτες είναι, εργοστάσια έχουν, όλα τους πάνε καλά». Λέγονται και άλλα πολλά που δεν χρειάζονται να αναφερθούν, αυτά είναι αρκετά σαν παραδείγματα.
Δυστυχώς ξεχνάμε ότι ο Θεός δεν μας έταξε καλοπέραση αλλά σταυρό και θλίψεις όπως και ο ίδιος τα υπέμεινε. «Εν τω κόσμω τούτω θλίψιν έξητε». «Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν». «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνισάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν, καθ’ ημέραν, και ακολουθήτω μοι».

Ας επανέλθουμε, όμως, στην αληθινή μετάνοια και μάλιστα όπως την βλέπει ο Μέγας Βασίλειος. Ο ουρανοφάντορας αυτός Άγιος χαρακτηρίζει την αμαρτία σαν αρρώστια της ψυχής, και προτείνει για φάρμακο γιατρειάς την μετάνοια.
«Για την αμαρτία σου να κλαις», λέγει ο Άγιος, «διότι αυτή είναι εκείνη που συντελεί στην αρρώστια της ψυχής σου, ακόμη και στον αιώνιο θάνατό της». Η αμαρτία σου είναι άξια πένθους και ασιγήτων στεναγμών. Μακάρι για τις αμαρτίες σου να χύνεις κάθε μέρα δάκρυα μετανοίας και να μη σταματά να ανεβαίνει από το βάθος της καρδιάς σου ο στεναγμός.
Και ερωτώ κι εγώ, αν όλοι οι άγιοι κλαίνε για τις ασήμαντες αμαρτίες τους, εγώ κι εσύ τι πρέπει να κάνουμε;
Κι ο Άγιος συνεχίζει: «κι ο απόστολος Παύλος έκλαιγε αφού εδίωξε την εκκλησίαν του Χριστού και ομολογούσε συντετριμμένος ότι ο Θεός αμαρτωλούς ήλθε να σώσει, ο πρώτος ειμί εγώ. Δεν έλεγε ήμουν, αλλά είμαι, είμαι αμαρτωλός.

Κάνοντας όμως μια παρένθεση λέμε ότι στον ικετήριο κανόνα του Ιησού Χριστού, που βρίσκεται στο Ωρολόγιον το Mέγα, στο τέλος υπάρχει μια προσευχή που την απευθύνει παρακλητικά προσευχόμενος στον Κύριο και λέγει: «Χάρισέ μοι Κύριε τω πολλά σοι πταίσαντι δάκρυα κατανύξεως διότι ουκ έχω μετάνοιαν, ουκ έχω κατάνυξιν, ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν». Και πιο κάτω: «Δώρησαί μοι μετάνοιαν ολόκληρον, και καρδίαν επίπονον εις αναζήτησίν Σου».
Και ο Μανασσής στην προσευχή του παρακαλώντας τον Θεόν μεταξύ των άλλων λέγει: «Συ ουν Κύριε έθου μετάνοιαν επ’ εμοί τω αμαρτωλώ, διότι ήμαρτον υπέρ αριθμόν ψάμμου θαλάσσης. Επλήθυναν οι ανομίαι μου, Κύριε, επλήθυναν αι ανομίαι μου, και ουκ ειμί άξιος ατενίσαι ειδείν το ύψος του ουρανού από το πλήθος των αδικιών μου. Ημάρτηκα Κύριε, ημάρτηκα, και τα ανομίας μου εγώ γινώσκω». Η προσευχή αυτή του βασιλέως Μανασσή υπάρχει στο Μεγάλο Απόδειπνο.
Άρα η αληθινή μετάνοια χαρακτηρίζεται με τα λίγα που είπαμε, από τα παρακλητικά δάκρυα, την συντετριμμένη ομολογία, την κατάνυξη και τους στεναγμούς.

Από τότε, αδελφοί μου, που έπεσαν οι Πρωτόπλαστοι, μέχρι και της Δευτέρας του Χριστού Παρουσίας, όλα αυτά τα χιλιάδες χρόνια, ονομάζονται από τον Μέγα Βασίλειο αιώνας της μετανοίας. Η αμαρτία μοιάζει με τη σκιά του ανθρώπου. Όπως, λοιπόν, μας ακολουθεί η σκιά, μέχρι το θάνατόν μας, έτσι και η αμαρτία δεν ξεκολλάει από πάνω μας παρά μόνον όταν πεθάνουμε. Άρα η μετάνοιά μας, οφείλει να είναι καθημερινή και διαρκής, δηλαδή σε όλη μας τη ζωή.
Και επί λέξη λέγει τα εξής ο Μέγας Βασίλειος: «Ο αιώνας της παρούσης ζωής είναι αιώνας μετανοίας, ενώ της άλλης ζωής, είναι της ανταποδόσεως. Αυτός ο τωρινός, της υπομονής. Και κείνος της παρακλήσεως.»

Τη μετάνοια, χριστιανοί μου, τη συνιστούσε ο Άγιος και στους ιερείς της επαρχίας του, κάνοντας ταυτόχρονα και μια ομολογία. Εύχομαι σε όλους σας να ζείτε με δάκρυα και διαρκή μετάνοια επειδή και γω δεν κάνω τίποτε άλλο από το να παρακαλώ το Θεό για τις αμαρτίες μου.
Και δω μπαίνει το ερώτημα: Αν ένας Μέγας Βασίλειος παρακαλούσε συνεχώς το Θεόν για τις αμαρτίες του, είχε, δηλαδή, συνεχή μετάνοια, εμείς οι άμοιροι, και δυστυχείς, τι πρέπει να κάνουμε; Και προπαντός εμείς οι ιερείς;
Αυτό το βλέπουμε και σε άλλους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, που και στο τέλος ακόμα της ζωής των, ζητούσαν μικρή παράταση αυτής της ζωής, για να βάλουν μια καινούργια αρχή μετανοίας, για να την καλλιεργήσουν ακόμα περισσότερον. Παράδειγμα ο Μέγας Σισώης.

Έλεγαν, λοιπόν, για τον Άγιο Σισώη ότι, όταν επρόκειτο να πεθάνει και μαζεύτηκαν οι πατέρες της σκήτης γύρω απ’ το ξυλοκρέβατο, έλαμψε το πρόσωπό του σαν τον ήλιο και τους λέγει: «Να, ήλθε ο αββάς Αντώνιος». Και μετά από λίγο, «να ηλθε η χορεία των προφητών». Και πάλι το πρόσωπό του έλαμψε περίσσεια και είπε: «Να,ήλθε και ο χορός των δώδεκα Αποστόλων». Και έλαμψε το πρόσωπό του πάλι, ακόμα πιο πολύ από θεϊκή λαμπρότητα. Και κάτι ψιθύριζε, σα να μιλούσε με κάποιους. «Με ποιόν μιλάς Αββά;» Τον ρώτησαν. Και κείνος απάντησε: «Να, ήλθαν οι άγγελοι να με πάρουν, και τους παρακαλώ να με αφήσουν για να μετανοήσω λίγο ακόμη».
Το επαναλαμβάνω, ο Μέγας Σισώης, ο μεγάλος αυτός πατέρας και όσιος της Εκκλησίας μας, ζητούσε από τους αγγέλους να τον αφήσουν να ζήσει λίγο ακόμα, για να μετανοήσει.
Και του λέγουν οι γέροντες: «Δεν έχεις ανάγκη να μετανοήσεις Αββά». Και τους είπε ο μεγάλος αυτός Άγιος: «Σας βεβαιώνω ότι δεν βλέπω να έχω κάμει ακόμη αρχή».
Και τότε πληροφορήθηκαν όλοι τους, ότι ο Αββάς Σισώης είναι τέλειος, άγιος. Και πάλι ξαφνικά, το πρόσωπό του έλαμψε σαν τον ήλιο, και φοβήθηκαν όλοι και τους λέγει: «Βλέπετε; Ήλθεν ο Κύριος και λέγει “Φέρτε μου το σκεύος της ερήμου”» και αμέσως παρέδωσε το πνεύμα. Και έγινε σαν αστραπή και γέμισε όλο το κελί από υπερκόσμιο φως, και γλυκυτάτη ευωδία.
Έτσι αδελφοί μου, επιβεβαιώνεται ακόμη και από τους αγίους η ανάγκη, της αληθινής μετανοίας μέχρι το τέλος της ζωής μας. Γιατί μετάνοια δεν έχουμε.
Δεν έχουμε.

Ένα άλλο βασικό θέμα που επισημαίνεται, όχι μόνον απ’ τον Μέγα Βασίλειο, αλλά και απ’ τους άλλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι το θέμα της απογνώσεως και απελπισίας. Και αν σ’ αυτήν προσθέσουμε και τις ενοχές, τότε η ψυχική κατάστασις του πεσμένου αμαρτωλού γίνεται τραγική. Και αυτό διότι σκοτίζεται ο νούς, θολώνει το μυαλό και μειώνονται κατά πολύ οι ψυχικές μας αντιστάσεις.
Εδώ μας βρίσκει ο διάβολος και διά μέσου των λογισμών μας λέγει συνεχώς: «Για σένα πλέον δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν υπάρχει ελπίδα να σωθείς. Δεν υπάρχει ελπίδα, άδικα αγωνίζεσαι καημένε! Ο ίδιος είσαι πάλι! Κοροϊδεύεις τον Θεό. Ο Θεός σε σιχάθηκε!» Και άλλα παρόμοια τέτοια.
Με τις ενοχές, τις τύψεις και την απελπισία, δεν καλλιεργείται ποτέ η μετάνοια.
Πιο, όμως, είναι το βαθύ και αληθινό συναίσθημα της μετανοίας; Η λύπη!

Ο Άσωτος γιος της γνωστής παραβολής, που είπεν ο Κύριος, δεν αισθάνεται ενοχές. Ούτε και τον πιάνει η απελπισία. Νοιώθει μονάχα βαθειά λύπη.
Λύπη για την κατάστασή του.
Λύπη γιατί έθλιψε και πόνεσε τον Πατέρα του.
Λύπη γιατί δεν στάθηκε άξιος της αγάπης του πατρός του.
Είναι όμως βέβαιος πως ο πατέρας του εξακολουθεί να τον αγαπά. Έχει την βεβαιότητα ότι θα τον ξαναδεχθεί έστω και σαν δούλο. Γι’ αυτό και αποφασίζει να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι κοντά στον Πατέρα του και δεν διαψεύδεται.
Ας δούμε όμως επ’ αυτού, τι μας λέγει ο Μέγας Βασίλειος. «Άραγε ποιο είναι το όριο των αμαρτιών που μπορεί να ελπίζει ο αμαρτωλός στη φιλανθρωπία του Θεού, μέσω της μετανοίας του;» Ερωτά ο ίδιος ο Άγιος και ο ίδιος απαντά ως εξής: «Εάν είναι δυνατόν να αριθμήσομε το πλήθος των οικτιρμών του Θεού, και να μετρήσουμε το μέγεθος του θείου ελέους, τότε ας απελπιζόμαστε και από τις δικές μας αμαρτίες. Τα αμαρτήματά μας όμως, όπως είναι φυσικόν, μπορούμε να τα μετρήσουμε. Επειδή, όμως, το έλεος του Θεού είναι άπειρον, και τα σπλάχνα των οικτιρμών του αναρίθμητα, γι’ αυτό και δεν μας επιτρέπεται η απόγνωσις. Ούτε και οι ενοχές μας επιτρέπονται, ούτε και η απελπισία. Τότε τι πρέπει να κάνουμε όταν αμαρτάνουμε και μάλιστα θανάσιμα; Να αποκτήσουμε την επίγνωση της Θείας ευσπλαχνίας και να μισήσουμε τις αμαρτίες μας με όλη μας την καρδιά και τότε διά της μετανοίας, η άφεσις είναι βεβαία, αφού παρέχεται δωρεάν από το Πανάγιον Αίμα του Σωτήρος Χριστού. Το ότι δεν πρέπει να μας πιάνει απελπισία», συνεχίζει, ο Άγιος Βασίλειος, «το διδασκόμαστε σε πολλά μέρη της Αγίας Γραφής, και με πολλούς τρόπους, ιδιαίτερα όμως από την παραβολή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που αναφέρεται στον Άσωτο γιο, που πήρε την Πατρική περιουσία και την κατασπατάλησε στα διάφορα αμαρτήματα. Η έμπρακτη, όμως, μετάνοια, έγινε αιτία μεγάλης γιορτής και μάλιστα μεγάλης αξίας, αφού ενεδύθη την στολήν την πρώτην, την ολόλαμπρη, και δακτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα εις τους πόδας. “Και ενέγκαντες τον μόσχον τον σιτευτόν”, λέγει ο Θεός Πατέρας, “θύσατε ότι ούτος ο Υιός μου νεκρός ήν και ανέζησε και απολωλός ήν και ευρέθη”».

Σε μια του, όμως, άλλη επιστολή, πολύ παρηγορητική, προς εκπεσούσα ψυχή, γράφει τα εξής ο Μέγας Βασίλειος. Τμήματα αυτής θα δώσουμε. «Όσο μας είναι δυνατόν, αδελφή μου ψυχή, ας ανυψώσουμε τους εαυτούς μας απ’ την πτώση και ας μην απελπιζόμαστε με την προϋπόθεση, όμως, ότι θα απομακρυνθούμε γρήγορα από το κακό. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να σώσει τους αμαρτωλούς. Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Αυτώ και κλαύσωμεν ενώπιον αυτού, μας λέγει ο Ψαλμωδός στον ψαλμό ενενήντα τέσσερα στίχος έξι. Ο λόγος του Θεού βοά και κράζει προσκαλώντας όλους μας σε μετάνοια. Υπάρχει οδός σωτηρίας, εάν θέλουμε. Αφού ο Θεός είναι εκείνος που αφαιρεί κάθε δάκρυ από τα πρόσωπα όλων εκείνων που αληθινά μετανοούν. Έτοιμος είναι ο μεγάλος ιατρός των ψυχών να σου θεραπεύσει το πάθος. Εκείνου λόγια είναι εκείνο το γλυκύτατο και σωτήριο στόμα είπεν, “ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού αλλ’ οι κακώς έχοντες. Ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν”. Ο Κύριος είναι εκείνος που θέλει να σε καθαρίσει από τον πόνον και το πύον της πληγής και να σου δείξει φως μέσα στο σκοτάδι. Εσένα ζητεί ο ποιμήν ο καλός, εγκαταλείψας τα μη πεπλανημένα. Εάν παραδώσεις τον εαυτόν σου σ’ Αυτόν, δεν θα διστάσει και δεν θα απαξιωθεί ο φιλάνθρωπος Κύριος να σε κρατήσει πάνω στους δικούς του θεϊκούς ώμους καταχαρούμενος που βρήκε το πρόβατο το απολωλός. Ο Θεός Πατέρας στέκεται και περιμένει την επάνοδό σου από την πλάνη της αμαρτίας. Μόνο να επιστρέψεις και ενώ θα είσαι ακόμα μακριά, θα τρέξει και θα πέσει στο τράχηλό σου, και θα αγκαλιάσει με Πατρικούς ασπασμούς την καθαρισμένη ήδη από την μετάνοια ψυχή σου. Και θα την ενδύσει με την πρώτη πάλλευκη στολή και θα σου βάλει δαχτυλίδι στο χέρι, και υποδήματα στους πόδας που επέστρεψαν από τον κακό δρόμο της αμαρτίας στο δρόμο του Ευαγγελίου της ειρήνης και της ελευθερίας. Και θα εξαγγείλει μέρα χαράς και ευφροσύνης στους δικούς του αγγέλους και αγίους στον ουρανό και θα γιορτάσει με κάθε λαμπρό τρόπο τη σωτηρία σου. “Αμήν γαρ λέγω υμίν, ότι χαρά γίνεται εν ουρανώ ενώπιον του Θεού, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι”. Και αν γι’ αυτό παραπονεθεί κάποιος απ’ αυτούς, που νομίζουν ότι στέκονται καλά, και είναι δίκαιοι, αυτός ο Πανάγαθος Θεός θα απολογηθεί για σένα λέγοντας “έπρεπε και συ να είχες χαρεί και ευφρανθεί, διότι η ψυχή αυτή ήταν νεκρή και ανεστήθη, χαμένη δε και ευρέθη”.
Όλα αυτά, τα πολύ παρηγορητικά και φιλάνθρωπα λόγια, χριστιανοί μου, ήταν του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου, που χαρακτηρίζεται ως άγιος αυστηρός και ασκητικός.

Κήρυκας, όμως, της αληθινής μετανοίας, ήταν κατ’ εξοχήν ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ας δούμε, όμως, έστω και συνοπτικά μερικά αποσπάσματα από τις περίφημες αυτές ομιλίες του για τη μετάνοια και τους μετανοούντας.
Στο θαύμα, αδελφοί μου, του παραλυτικού, του αιρομένου υπό τεσσάρων, το πρώτο πράγμα που είπεν ο Κύριος ήτο: «Τέκνον, αφέονταί σου αι αμαρτίαι σου».
Και ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύει. «Άφεσις αμαρτιών σημαίνει πηγή σωτηρίας και βραβείο μετανοίας. Γιατί μετάνοια είναι ιατρείο, που θεραπεύει την αμαρτία. Είναι ακόμα ουράνιο δώρο, και δύναμις θαυμαστή, δύναμις που με την Θεία Χάρη νικάει όλα τα κακά αποτελέσματα της παραβάσεως των Ευαγγελικών εντολών, γι’ αυτό
δεν απορρίπτει τον πόρνο,
δεν απομακρύνει τον μοιχό.
Δεν κατακρίνει την μοιχαλίδα,
δεν αποστρέφεται τον μέθυσο,
δεν σιχαίνεται τον ειδωλολάτρη,
δεν αποδιώχνει τον υβριστή.
Δεν αποπέμπει τον βλάσφημο.
Δεν αποκρούει ούτε ακόμη και αυτόν τον υπερήφανο.
Αρκεί όλοι τους και ο καθένας χωριστά, να μετανοήσουν. Όλους τους δέχεται και όλους τους αγκαλιάζει. Ναι, αδελφοί μου», καταλήγει ο Ιερός Χρυσόστομος.
«Η μετάνοια είναι το χωνευτήρι της αμαρτίας. Η μετάνοια είναι το χωνευτήρι της αμαρτίας.»

Για την απόγνωση είπαμε αρκετά, γι’ αυτό ας δούμε με δυο λόγια τι μας λέγει ο Άγιος Χρυσόστομος και για τη ντροπή.
«Η ντροπή δόθηκε από τον Θεόν, για να μας συγκρατεί από τον κατήφορο της αμαρτίας. Κι όμως. Αυτό το δώρο, το πήρε ο διάβολος και το έκαμε εμπόδιο για τη μετάνοια και την Ιερά Εξομολόγηση. Πρόσεξε τι σου έκαμε ο διάβολος,» λέγει ο Ιερός πατήρ. «Δύο είναι αυτά, η αμαρτία, και η μετάνοια. Η αμαρτία είναι η θανατηφόρος πληγή, ενώ η μετάνοια είναι το φάρμακο. Η αμαρτία έχει την ντροπή και η μετάνοια την παρρησία. Η αμαρτία έχει το σάπισμα, έχει την αιμορραγία και το θάνατο, ενώ η μετάνοια προκαλεί την πλήρη θεραπεία. Την τάξη αυτή την αντέστρεψε ο Σατανάς και έδωσε την παρρησία και τον κομπασμό στην αμαρτία και την ντροπή στην μετάνοια. Και όμως πρέπει να ντρέπεσαι και να ντρέπομαι όταν αμαρτάνουμε και όχι όταν εξομολογούμεθα. Εκείνος λέγει, πρέπει να ντρέπεσαι όταν αμαρτάνεις και όχι όταν εξομολογείσαι. Στη μετάνοια βρίσκεται η θεραπεία και κατακτάται η σωτηρία».

Όσον αφορά τη μετάνοια και τη σχέση της με το χρόνο που απαιτείται γι’ αυτήν, ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει τα εξής καταπληκτικά: «Δεν περιμένει ο Θεός να περάσει χρόνος απ’ τη μετάνοια. Ομολόγησες την αμαρτία σου με ειλικρίνεια; Το επαναλαμβάνω. Με ειλικρίνεια την ομολόγησες; Δικαιώθηκες και συγχωρέθηκες. Μετανόησες αληθινά; Ελεήθηκες. Δε χρειάζεται πολύς χρόνος. Ο τρόπος που μετανοείς σβήνει την αμαρτία. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις που περιμένει κάποιος αμαρτωλός, πολύ πολύ χρόνο, κι όμως μπορεί να μη κερδίσει τη σωτηρία του. Κι αυτό διότι δεν μετανοεί ειλικρινά. Ενώ κάποιος άλλος που εξομολογείται με ειλικρίνεια και με σταθερή την απόφαση να μην ξαναλυπήσει το Θεό, τουλάχιστον μη θεληματικά, αυτό που λέμε ακουσίως, αυτός αποβάλλει την αμαρτία μέσα σε λίγες στιγμές, συγχωρείται και δικαιώνεται. Αυτή είναι και η του Θεού άπειρη μακροθυμία και φιλανθρωπία.»

«Η έμπρακτη αυτή μετάνοια», λέγει σε κάποιο άλλο σημείο, ο Ιερός Χρυσόστομος, «έχει άμεση ευεργετική επίδραση πρώτα στους οικείους, στην οικογένεια, στους συνανθρώπους, στο κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον. Ακόμα και στους απογόνους, όλοι διδάσκονται και όλοι σιωπηλά παροτρύνονται στην εξάσκηση της αρετής. Και, επειδή η μετάνοια δεν είναι έργο μόνον μιας ημέρας αλλά και συνεχής και ισόβιος, αυτό έχει σαν συνέπεια να μεταμορφώνεται ο μετανοών χριστιανός, και με τα δάκρυα που χύνει, το πένθος και τη συντριβή που καλλιεργεί, και τον καθημερινό αγώνα που διεξάγει, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια, Θεία Κοινωνία, προσοχή στις αισθήσεις, ιερά μελέτη, φιλεύσπλαχνη ελεημοσύνη, και λοιπά, και λοιπά, επιδρά πολύ ευεργετικά δια της Χάριτος του Ιησού Χριστού, σε όλα τα μέλη της οικογένειάς του, ακόμη και σε ολόκληρον τον κόσμον. Οι καρποί της αληθινής μετανοίας είναι πάντοτε φανεροί και ωφέλιμοι,» καταλήγει ο Ιερός Χρυσόστομος.

Πάρα πολλά είναι τα θέματα της μετανοίας με τα οποία ασχολείται, αδελφοί μου, ο Άγιος αυτός Πατέρας. Εμείς, όμως, θα κλείσουμε τη σημερινή μας ομιλία με την ανάμνηση της αμαρτίας στον μετανοούντα χριστιανό.
«Ο Θεός συγχωρεί και εξαλείφει μια για πάντα τις αμαρτίες μας, όσο θανάσιμες και αν είναι αυτές. Εφόσον εξομολογηθήκαμε με απόλυτη ειλικρίνεια και δεν τις θυμάται πλέον. Αλλά εμείς, όμως, θα πρέπει να τις έχουμε διαρκώς μπροστά μας».
Και επί λέξη τονίζει ο Άγιος τα εξής: «Και, όταν ο Θεός σου έχει συγχωρήσει και τις πιο βαριές σου θανάσιμες αμαρτίες, εσύ χάριν της ψυχικής σου ασφάλειας να τις έχεις πάντοτε μπροστά στα μάτια σου. Γιατί, όποιος θυμάται τα σφάλματα του παρελθόντος, αποτρέπεται από μελλοντικές παρεκτροπές, και όποιος πονάει αληθινά για τα πρώτα του λάθη, προφυλάσσει οπωσδήποτε τον εαυτόν του από την επανάληψή τους. Γι’ αυτό και ο Δαυίδ λέγει και ομολογεί: ‘Και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός. Και την ανομία μου εγώ γιγνώσκω.’ Η διπλή δηλαδή αμαρτία της μοιχείας και του φόνου, βρίσκεται διαρκώς μπροστά στα μάτια μου, λέγει ο Προφήτης Δαυίδ. Διότι, όποιος υποφέρει για τα θανάσιμα αμαρτήματα των παρελθόντων ημερών, τόσο και πιο πολύ φυλάγει τον εαυτόν του στο να μη ξαναπέσει στα ίδια στις επόμενες ημέρες. Και το ότι απαιτεί από μας ο Θεός αυτή τη στάση, άκουσε τι μας λέγει διά μέσου του Προφήτου Ησαΐα, τεσσακοστόν τρίτο κεφάλαιον, στίχοι 25 - 26. ‘Εγώ ειμί, εγώ ειμί ο εξαλείφων τας ανομίας σου ένεκεν εμού, και τα αμαρτίας σου και ου μνησθήσομαι. Συ δε μνήσθητι και κριθώμεν. Λέγε εσύ τας ανομίας σου πρώτος, ίνα δικαιωθείς.’»
Ας ερμηνεύσουμε τώρα τους στίχους, μαζί με τα σχόλια του Ιερού Χρυσοστόμου. «Εγώ είμαι, Εγώ και μόνος εγώ είμαι που σβήνω και εξαλείφω τις ανομίες σου, εξαιτίας της αγαθότητός μου. Και τις αμαρτίες σου δεν θα τις ενθυμηθώ ποτέ. Συ δε μνήσθητι. Σύ όμως πρέπει να θυμάσαι τις ανομίες σου και τις πτώσεις σου, και ενθυμούμενος αυτές έλα να δικασθούμε και να αναμετρηθούμε μαζί. Εγώ είμαι ο αναμάρτητος Θεός, ο Πανάμωμος, ο Πανάσπιλος, ο Πανάγαθος, ο Παντελεήμων, και συ ο αμαρτωλός. Γι’ αυτό λέγε εσύ πρώτος τας ανομίας σου, ίνα δικαιωθείς. Λέγε εσύ πρώτος τις ανομίες σου, τις αμαρτίες σου, τις πονηρίες σου, τις κακίες σου, και αναγνωρίζοντας αυτές δια της μετανοίας και μόνον θα συγχωρεθείς και θα δικαιωθείς. Και προσέξτε, αδελφοί μου, δεν είπεν ο Θεός λέγε εσύ πρώτος τις αμαρτίες σου για να μην κολασθείς, αλλά για να δικαιωθείς, και δικαιώνεσαι επειδή τις ομολογείς με συντριβή και πόνο, δηλαδή με αληθινή μετάνοια.»

Συνεχίζοντας δε ο Ιερός Χρυσόστομος, κάνει ένα άλμα πνευματικό, ελάτε μαζί να ανέβουμε τώρα αυτό το άλμα, και να το κάνουμε, μαζί να το κάνουμε. Που δύσκολα μπορεί να το φθάσει ο χριστιανός εκείνος που μέσα του δεν καλλιεργήθηκε η αληθινή μετάνοια, το πνεύμα της αληθινής συντριβής, όπως την ορίζει η Ορθόδοξη διδασκαλία του Ιερού Ευαγγελίου. Λέγει ο Χρυσόστομος:
«Ο Θεός εξαλείφοντας τα αμαρτήματά σου, ούτε ουλές αφήνει, ούτε ίχνη επιτρέπει να παραμείνουν, αλλά μαζί με την υγεία της ψυχής, χαρίζει και την ομορφιά, και μαζί με την απαλλαγή από την Κόλαση, προσφέρει και την δικαίωση.»
Και κάνει άλλο ένα άλμα, λίγο ψηλότερα πνευματικά. Ανεβαίνει ψηλότερα, λέγει και βεβαιώνει κάτι το ασύλληπτο για τα ανθρώπινα πεπερασμένα μυαλά μας. Τι λέγει ο Χρυσόστομος; Ότι «αυτόν που αμάρτησε κατά τον πλέον χειρότερον τρόπον, αφού αποκτήσει την αληθινή μετάνοια, με ποταμούς δακρύων μέρα νύχτα, Αυτόν τον εξυψώνει με κείνον που δεν αμάρτησε. Που δεν αμάρτησε και που δεν είχε τις ίδιες και όμοιες πτώσεις.
Να, ποια είναι η δύναμις της μετανοίας, αλλά της αληθινής όμως.
Όχι της υποκριτικής,
όχι της Φαρισαϊκής,
όχι της ψεύτικης,
όχι αυτής που συνεχώς δικαιολογείται,
όχι αυτής που συνεχώς μεταθέτει ελπίδες…
Αλλά αυτή που ζείς μέσα σου με πόνον ψυχής, γιατί λύπησες τον Πατέρα σου τον Θεόν.
Το ποια θα είναι η τιμητική σους θέση και δόξα στους ουρανούς, για τον καθένα χωριστά, γι’ αυτόν που δεν αμάρτησε θανάσιμα, και γι’ αυτόν που αμάρτησε θανάσιμα, αυτό είναι άλλο πράγμα που μόνον ο Θεός ο Πανάγαθος το γνωρίζει εκεί στους ουρανούς. Εδώ είναι το ίδιο, εκεί διαφέρει. Αστήρ από αστέρος διαφέρει κατά την λάμψιν και κατά την δόξαν.»
Γι’ αυτό και τονίζει ιδιαίτερα ο Ιερός Χρυσόστομος την υπενθύμιση των αμαρτημάτων μας. Και μάλιστα κατά την διάρκειαν των συντετριμμένων μας προσευχών, ανεξάρτητα αν έχουμε πάρει την άφεση στην Ιερά μας Εξομολόγηση. Δηλαδή, «και μετά την Εξομολόγηση, συνεχώς θα μετανοείς και θα μετανοούμε, και θα συντριβόμαστε και θα κλαίμε για τις αμαρτίες μας και την αμαρτωλότητά μας
«Μάλιστα δε», συνεχίζει ο Άγιος, «αυτή η ενθύμηση των αμαρτιών μας και των φοβερών πτώσεών μας, που γίνεται με δάκρυα και συντριβή, ούτε μας ντροπιάζει, ούτε και μας τρομάζει, αλλά αντίθετα μας καθιστά μπροστά στα μάτια του Θεού λαμπρούς και αστραφτερούς. Και δεν μας κάνει τόσο λαμπρούς μπροστά στο θρόνο του Θεού η απαρίθμησις των καλών μας έργων, και των δήθεν αρετών μας, όσο η μνημόνευσις των αμαρτημάτων μας.
Όχι ‘εγώ δεν είμαι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων’.
Όχι ‘εγώ δεν είμαι άρπαγας, κλέφτης και τα λοιπά’.
Όχι ‘αποδεκατώ όσα κτώμαι’.
Όχι ‘νηστεύω δις του Σαββάτου’.
Αλλά ‘ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ’. Και, συγκεκριμένα, είμαι αυτό και αυτό και αυτό. Αυτά μας λέγει ο Ιερός Πατέρας, για να τα έχουμε υπόψη μας όλοι εμείς, που από ντροπή, ή από μία αξιοκατάκριτη αξιοπρέπεια», το τονίζω αυτό, «αξιοκατάκριτη αξιοπρέπεια, δεν λέμε και δεν ομολογούμε τις αμαρτίες μας και δεν ομολογούμε τις αμαρτίες μας, και δεν προσπαθούμε να τις ξεχάσουμε για να μην έχουμε τάχα ενοχές και καταπιέσεις στη συνείδησή μας. Ας μη μας ξεγελάει, λοιπόν, και μας κοροϊδεύει συνεχώς και κάθε μέρα ο διάβολος».
«Στην παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου,» συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «το Φαρισαίο που απαρίθμησε τα κατορθώματά του, τον σιχάθηκε ο Θεός. Ενώ τον Τελώνη, που ομολόγησε την αμαρτωλότητά του και ζήτησε το έλεός Του, τον αγάπησε και τον δόξασε. Η απαρίθμησις, λοιπόν, των δήθεν καλών μας πράξεων, και των δήθεν αρετών, που νομίζουμε ότι έχουμε, και των δήθεν θυσιών που πιστεύουμε ότι κάνουμε, μας οδηγούν στην υπερηφάνεια και στον κομπασμό, δηλαδή στην καταδίκη μας. Στην καταδίκη μας. Ενώ η ενθύμησις των αμαρτημάτων μας, συγκρατεί την διάνοιά μας από την υπερηφάνεια, ταπεινώνει τους λογισμούς μας, συγκρατεί τις αισθήσεις μας, αυξάνει την επιείκεια και την συγχωρητικότητά μας στα λάθη των αδελφών μας και πλούσια προσελκύει την εύνοια του Θεού, γι’ αυτό και ο ίδιος ο Χριστός εντέλλεται, “όταν ποιήσετε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγεται ότι δούλοι άχρειοι εσμέν”. Ότι, “ό, οφειλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν”, Λουκάς, ιζ 10.»

Αδελφοί και πατέρες, και χριστιανοί μου, είπαμε ότι η αληθινή μετάνοια έχει και τη σωστή εξομολόγηση. Και όμως είδαμε, πιθανόν από άγνοια, τρόπους εξομολογήσεως, που δεν ανταποκρίνονται καθόλου στο πνεύμα του ιεροτάτου αυτού μυστηρίου. Εμάς, όμως, μας απασχόλησε κυρίως, η θανάσιμη αρρώστια της αμαρτίας, όπως μας την περιέγραψαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιερός Χρυσόστομος. Είδαμε ακόμα και περιγράψαμε τα φάρμακα που προσφέρει το άπειρον έλεος και η φιλανθρωπία του Αγίου Θεού, μέσα από την αληθινή μετάνοια, τη συντριβή της καρδιάς, και τα καυτά δάκρυα.
Σε μας τώρα εναπόκειται, ποιες αποφάσεις θα πάρουμε πριν να είναι πολύ πολύ αργά.
Και είναι βεβαιωμένον εκ των προτέρων ότι οι σωτήριες αποφάσεις με την έμπρακτη μετάνοια, θα μεταμορφώσουν τη ζωή μας, θα μας δικαιώσουν, και θα μας οδηγήσουν στη θεία μακαριότητα της Βασιλείας του Θεού. Όχι μόνον τώρα και εις τους αιώνας των αιώνων. Οι ολιγωρίες, όμως, και οι χλιαρότητες, οι αναβολές και οι αμφιβολίες, όπως και οι πολλές δικαιολογίες για έμπρακτη μετάνοια, πιθανόν να αποβούν για όλους μας ολέθριες και καταστρεπτικές. Με τραγική συνέπεια τον αιώνιο θάνατο της ψυχής μας, δηλαδή την Κόλαση.

Αλήθεια, αδελφοί μου, εμείς όλοι, ποιες αποφάσεις θα πάρουμε; Τις καλές ή τις κακές; Τις σωστές ή τις λανθασμένες; Αυτές που θα μας οδηγήσουν στον Παράδεισο ή αυτές που θα μας οδηγήσουν στην Κόλαση;
Ελπίζω και το εύχομαι να πάρουμε όλοι μας, πρώτος εγώ και ύστερα όλοι εσείς, τις σωστές και σωτήριες αποφάσεις,
Αμήν
και ευχαριστώ πολύ που ήλθατε.

Περι προσοχής Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ



Συνήθως λέμε στο παιδί μας, «πρόσεξε παιδί μου εκεί που θα πάς, τα μάτια σου δεκατέσσερα».
«Πρόσεξε, πρόσεξε τ’ αυτοκίνητο γιατί θα σε πατήσει».
«Πρόσεξε, θα πέσεις».
«Πρόσεξε γιατί έχει εδώ μια λακούβα».
«Πρόσεξε, εδώ έχει μια επικίνδυνη στροφή».
«Πρόσεξε γιατί ο άλλος οδηγεί μεθυσμένος», λέμε στο δικό μας οδηγό.
«Πρόσεχε στο παιχνίδι σου».
«Πρόσεχε, μη κάνεις παρέα μ’ αυτά τα παιδιά διότι έχουν, δεν έχουν καλή ανατροφή».
«Πρόσεχε πώς διαβάζεις».
«Πρόσεχε πώς σκουπίζεις καημένε, σηκώνεις σκόνη».
«Καλά, όταν διδάσκει ο δάσκαλός σου, ο καθηγητής σου εσύ δεν προσέχεις; Που είναι το μυαλό σου»;
«Πρόσεξε, πρόσεξε». Να προσέχεις εδώ, να προσέχεις εκεί, πάντοτε να προσέχεις. Παντού και πάντοτε η προσοχή. Διαρκώς οι εντολές «να προσέχεις» και «πρόσεξε» βρίσκονται πάντοτε στα χείλη μας για τους άλλους. Καμιά φορά λέμε και το «σε παρακαλώ». «Σε παρακαλώ πολύ να προσέχεις». Επομένως λοιπόν, πρόσεχε πώς ντύνεσαι, πρόσεχε πώς περπατάς, πρόσεχε το πορτοφόλι σου.
Πρόσεχε πώς μιλάς.
Πρόσεχε να μην κατακρίνεις.
Πρόσεχε να μη λες ψέματα.
Πρόσεχε τους λογισμούς σου, τις σκέψεις σου.
Πρόσεχε τα μάτια σου.
Πρόσεχε τη γλώσσα σου.
Πρόσεχε σε αυτό, είναι η εντολή της Αγίας Γραφής.
Να προσέχεις τον εαυτό σου.
Να προσέχεις μέσα σου, για να μη δημιουργηθεί ατόπημα.

Σήμερα η εκκλησία μας εορτάζει τον Άγιο Πολύκαρπο, ιερομάρτυρα και επίσκοπο Σμύρνης. Γεννήθηκε εξήντα χρόνια περίπου μετά Χριστόν. Είναι δηλαδή αποστολικός Πατέρας της Εκκλησίας μας. Γύρω στα είκοσί του χρόνια έγινε χριστιανός. Ο Άγιος Πολύκαρπος ήτανε στολισμένος με πολλές αρετές. Με μεγάλη σωφροσύνη, πολύ αυστηρός στον εαυτόν του, με αγάπη και επιείκεια πολλή στον συνάνθρωπό του, και με ολόψυχη αφοσίωση στην διδασκαλία του Θείου Λόγου. Έτσι πρόκοψε στην αρετή. Θα μπορούσε όμως να προκόψει στην αρετή εάν δεν ήταν προσεκτικός στην καλλιέργεια των αρετών; Εάν δεν ήταν προσεκτικός στην ακρίβεια της τηρήσεως των θειοτάτων εντολών, των λόγων του Αγίου Θεού; Τα προτερήματά του αυτά, η προσεκτική και αγιασμένη ζωή του, επαναλαμβάνω τη λέξη «προσεκτική» και αγιασμένη ζωή του, τον έκαναν τόσο πολύ αγαπητό στον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ώστε αργότερα να τον χειροτονήσει διάκονο, ιερέα, και επίσκοπο, επίσκοπο Σμύρνης.
Στο αξίωμά του αυτό, όπως μας λέγει ο βιογράφος, επιτελούσε τα καθήκοντά του με πολύ πολύ ζήλο. Αλλά και πολλή προσοχή. Και η προσοχή αυτή τον ανέδειξε ακέραιο φρουρό της ποίμνης του. Όταν άρχισαν οι διωγμοί κατά των χριστιανών επί αυτοκράτορος Αντωνίου του Πίου, ο ανθύπατος τότε της Μικράς Ασίας Κωστάτιος Κοδράτος, μετά από μανιώδη απαίτηση του ειδωλολατρικού όχλου, συνέλαβε τον Άγιο Πολύκαρπο, και τον διέταξε να αρνηθεί την πίστη του στο Χριστό και να Τον βλασφημήσει. Γέροντας ήταν ο επίσκοπος τότε, περίπου ογδόντα έξι χρονών. Λέει τόσα χρόνια, μέχρι τα ογδόντα έξι μου Τον υπηρετώ, και όχι μόνον δεν με αδίκησε αλλά με ευεργέτησε. Αν και υπήρξα αμαρτωλός, εν τούτοις όμως με στόλισε με πλήθος αρετών. Πώς λοιπόν τώρα θα Τον αρνηθώ; Αφού είναι και ο προσωπικός μου σωτήρας, και ο αληθινός Θεός; Τον έριξαν στη φωτιά για να καεί ζωντανός. Αλλά η φωτιά δεν τον άγγιξε, όπως και τους τρείς παίδας εν καμίνω. Τότε λοιπόν ένας δήμιος, διεταγμένος βέβαια από τον άρχοντα, με το μεγάλο ξίφος του τον αποκεφάλισε. Το μαρτύριό του έγινε στις εικοστρείς Φεβρουαρίου του εκατόν εξηντα εφτά μετά Χριστόν. Έτσι λοιπόν έγινε πιστός μέχρι θανάτου και έλαβε το στέφανον της ζωής. Το λέει και η Αγία Γραφή στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής».

Για να γίνομε όμως πιστοί μέχρι τον θάνατον, και να μη φοβόμαστε απολύτως τίποτα, θα πρέπει να είμαστε ασφαλώς και πολύ πολύ προσεκτικοί στη ζωή μας. Και έτσι λοιπόν να πούμε λίγα λόγια, περί προσοχής. Το κήρυγμα περί προσοχής το είχα κάνει πάρα πολύ παλιά, το είχα αρχίσει από το 1965, 64-65, το επανέλαβα εδώ διασκευασμένο το 1987, και ύστερα από 13 χρόνια, ξαναλέμε λίγα λόγια πάλι, περισσότερον αυτή τη φορά κατανοητά.

Τι μας λέγει ο Άγιος Ησύχιος, τι είναι προσοχή; Θα το πούμε πρώτα, στην – όπως το έγραψε, όπως το είπε – στα Αρχαία Ελληνικά, και εν συνεχεία θα το μεταφράσουμε. «Προσοχικήν αρετήν πάση δυνάμει μέτελθε, ή εστίν ως φυλακή, νου τήρησις και τελείωσις καρδιακή γλυκείας ησυχίας, αφάνταστος μακαρία της ψυχής κατάστασις, πράγμα ουκ εν πολλοίς ευρισκόμενον». Δηλαδή αν θέλεις να είσαι πραγματικά ενωμένος με τον Θεόν, λέγει ο Άγιος Ησύχιος, τότε να αναπτύξεις με όλες σου τις δυνάμεις την αρετή της προσοχής. Που είναι ασφαλής φύλαξη και τήρηση του νου, - η προσοχή ασφαλίζει και τηρεί τον νούν, εξασφαλίζοντας έτσι σε τελειότητα την καρδιακή γλυκειά ησυχία, μια μακαρία δηλαδή ψυχική κατάσταση, χωρίς φαντασίες, και την οποίαν δεν βρίσκομε σε πολλούς από τους αγωνιζομένους χριστιανούς.
Έτσι, κακά τα ψέματα, δεν έχουμε προσοχή. Αν είχαμε προσοχή, πρώτα πρώτα δεν θα πέφταμε. Δεν θα αμαρτάναμε με τόση ευκολία, όπως εγώ ο άθλιος. Μας λείπει η προσοχή. Σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας, και προπαντός δε στην πορεία μας προς τον Θεόν. Νομίζουμε ότι βαδίζουμε προσεκτικά, στο δρόμο του Θεού, αλλά δεν είμαστε στο δρόμο, στον παράλληλο είμαστε, στο δρόμο δεν είμαστε. Νομίζουμε ότι πορευόμαστε σωστά, αλλά μη ξεγιελιόμαστε, είμαστε πολύ μακριά από το θέλημα του Παναγίου Θεού.
Γιατί μας τα λες αυτά πάτερ, για να μας απελπίσεις; Όχι. Απλώς να εντείνουμε την προσοχή μας, να την αυξήσουμε, να αυξήσουμε την προσευχή μας, να συναισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας, και έτσι εν μετανοία και συντριβή να ζητήσουμε το έλεος του Αγίου Θεού. Και ο Θεός δε θα μας γελάσει. Ο Θεός θα τηρήσει τον λόγον Του, όποιος προσέρχεται σ’ αυτόν με μετάνοια, ο Θεός τον σώζει, τον βάζει στα δεξιά Του κληρονόμο της Βασιλείας των Ουρανών.
Η προσοχή λέγει ο Άγιος Ησύχιος παρακάτω, σε έναν λόγο του προς τον Θεόδουλο, έχει σαν βοηθό τη νήψη και σαν μητέρα την προσευχή. Γι’ αυτό οι τρείς αρετές πάνε μαζί. Νήψις, προσοχή και προσευχή. Όλες αυτές μαζί, οι οποίες βοηθούν στο να καλλιεργούνται και το πλήθος των αρετών, λέει ο Άγιος Ησύχιος, εισέρχονται, στον χώρον της τελειότητος, της πλήρης καθαρότητος, ακόμα δε και της θείας ελλάμψεως, ο Άγιος τα λέει, όχι εγώ, για να τα λέει ο Άγιος, σημαίνει ότι έχει δίκιο, πέρασε απ’ αυτόν τον δρόμο, κατέκτησε αυτές τις κορυφές των θείων αρετών, και μας καλεί και μας να τις βαδίσουμε και μείς. Γιατί μας λέγει ότι τον συνδυασμό αυτών των τριών αρετών, όπως και τον σύνδεσμο, τον διακρίνουμε στα βιώματα όλων των αγίων της Εκκλησίας μας.

Πάμε παρακάτω, στον όσιο Φιλόθεο τον Σιναΐτη. Τι μας λέγει αυτός; Ότι η νήψις είναι εκείνη η οποία παρατηρεί το νου και βλέπει ποιοι λογισμοί έρχονται κάθε φορά μέσα στο μυαλό μας. Είμαστε στην Εκκλησία, και δεν υπάρχει χριστιανός που να μην παραπονείται ή να μην το ομολογεί σαν αμαρτία, ότι κατά την διάρκειαν που βρίσκεται μέσα στον χώρο της, της Εκκλησίας και παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία και τα τελούμενα εν αυτή, ή κάνει προσευχή, ή διαβάζει την Αγία Γραφή, ο νους του φεύγει. Όλοι οι χριστιανοί αυτό το ομολογείτε. Άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο. Άλλοτε οι λογισμοί είναι αδιάφοροι, υπάρχει απλός δηλαδή μετεωρισμός, πηγαίνει σε διάφορα πράγματα και σε βιοτικές μέριμνες, και άλλοτε οι λογισμοί είναι κακοί, είναι πονηροί, είναι αισχροί, είναι βλάσφημοι. Για τους βλασφήμους λογισμούς δεν έχουμε ευθύνη. Φανερώνει τον φθόνο του διαβόλου προς τον προσευχόμενο χριστιανό ή τον χριστιανό που μελετά τον Λόγον του Θεού. Τι κάνει λοιπόν η νήψις; Αντιλαμβάνεται αυτούς τους λογισμούς, τους παίρνει είδηση ότι έρχονται. Και τότε παίρνει τα μέτρα του. Ποιο είναι το πρώτο μέτρο; Να καλεί σε βοήθεια το Χριστό! Πώς Τον καλεί; Με το όνομά Του! Τι λέγει; «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Ο νούς μου κακώς δαιμονίζεται.. Τι είπε η Χαναναία; Που μας έμαθε την προσευχή του Ιησού; «Κύριε Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Εμείς θα πούμε ότι «κακώς δαιμονίζεται ο νους μας. Ελέησόν με». Άρχισε να μας βομβαρδίζει ο διάβολος, με λογισμούς και σκέψεις κακές. Αφού φωνάξουμε και το όνομα του Ιησού Χριστού, η προσευχή μαζί με τη νήψη, εγείρουν λέει την προσοχή, η οποία στέκεται φρουρός, η προσοχή θα πάρει το μαστίγιο του ονόματος του Ιησού Χριστού, και θα αρχίσει να δέρνει ανελέητα στην πλάτη τον διάβολο. Να τον μαστιγώνει, να τον καίει, να τον ζεματάει. Να τον τρέπει σε φυγή. Και τον τρέπει σε φυγή με όλες τις κακίες του και με όλες τις πονηρές του φαντασιώσεις. Αυτά μας λέγει ο Όσιος Φιλόθεος. Ποτέ όμως δεν τα είπα έτσι αναλυτικά.

Για να δούμε τώρα τι μας λέει ο Άγιος Νικηφόρος. Ο Άγιος Νικηφόρος λέγει ότι η προσοχή είναι το γνώρισμα, το πλέον ακριβές γνώρισμα της μετανοίας. Δεν μπορεί να έχεις μετάνοια αν δεν έχεις προσοχή. Θα προσέξεις που αμάρτησες, πώς αμάρτησες, πόσο αμάρτησες, πόσο έβλαψες την ψυχή σου, πόσο πόνεσες τον πλησίον σου, πόσο τον πόνεσα εγώ τον πλησίον μου, πόσο λύπησα το Άγιον Πνεύμα, πόσο λύπησα τον άγγελόν μου, αυτά θα τα προσέξω, θα τα μελετήσω, αυτά θα μου φέρουν μετάνοια και συντριβή. Προσοχή είναι, μας λέγει ακόμα ο Άγιος Νικηφόρος, είναι μας λέει, είναι η άρνησις της αμαρτίας. Αφού έρθω σε μετάνοια, κατόπιν αρνούμαι την αμαρτία, τη σιχαίνομαι την αμαρτία. Από δω και πέρα πλέον την κάνω εμετό. Και δεν το ξανακάνω. Σ’ αυτό με βοηθάει η προσοχή.
Αφού λοιπόν δεν επαναλαμβάνω την αμαρτία, κατ’ ανάγκη θα αρχίσω να καλλιεργώ αρετές. Την αρετή της μετανοίας, την αρετή των δακρύων, την αρετή της πίστεως, της υπομονής, του πνευματικού αγώνος και τόσων άλλων πραγμάτων. Σε όλα αυτά θα μας βοηθήσει πολύ η προσοχή. Και φθάνει μάλιστα, όπως λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, η προσοχή να μας δημιουργήσει, επειδή ακριβώς προσέχουμε διαρκώς το νου μας, να μην αμαρτήσει πλέον, θεληματικά, εκουσίως. Προσέχουμε να μη λερωθεί η καρδιά μας. Να μη κατέβει δηλαδή το λέρωμα του νου, μέσα στην καρδιά – αυτό το επιτυγχάνει η προσοχή – τότε, η ψυχή, λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, παίρνει, απλανή πληροφορία ότι συγχωρήθηκε, συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες της. Βεβαίωσις και σφραγίδα αυτής της πληροφορίας είναι εν συνεχεία το πετραχήλι του πνευματικού, διότι πρέπει αυτή η πληροφορία να σφραγισθεί. Ένα έγγραφο για νάναι επίσημο θέλει σφραγίδα. Και η σφραγίδα είναι το πετραχήλι του πνευματικού. Και προχωρεί ακόμα περισσότερο. Ανεβαίνει δηλαδή ο Άγιος Νικηφόρος, από αρετή σε αρετή και φτάνει σε μία τελειότητα. Μετά την πληροφορία περί συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών, και μετά την ένωση που έχουμε δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω της Θείας Μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών, και εις ζωήν αιώνιον, έχουμε μία αποκάλυψη, έχουμε μία απλανή θεωρία μέσα στο νου, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Είναι η εμφάνισις του Θεού μέσα μας. Όπως εμφανίζεται κάποιο πρόσωπο σε καθαρό καθρέφτη. Και μάλιστα λέει ότι η προσοχή δημιουργεί την ανοικοδόμηση ενός υπέροχου παλατιού, μιας υπερουράνιας βίλας να το πούμε, μέσα στην οποίαν βίλα, την καρδιακή αυτή βίλα, έρχεται και ενθρονίζεται ο Τριαδικός Θεός, γι’ αυτό λέω ότι «προς Αυτόν ελευσόμεθα, και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν». Το είπαμε και στην Αποκάλυψη, για τον θερμό χριστιανό, «Ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω». Αν μου ανοίξεις, θα μπω μέσα και θα δειπνήσω μαζί σου, θα συμφάγει μαζί μας ο Θεός, μέσα στην καρδιά μας, τι; τα φασόλια και το κρέας που τρώμε; όχι, θα συμφάγει μαζί μας την ουράνια δόξα! Την οποίαν αυτός προσφέρει, διότι Αυτός είναι η Ζωή, Αυτός είναι ο Άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς, είναι το ύδωρ το ζον, Αυτός μας προσφέρεται ολόκληρος, και αυτό το αισθανόμεθα, και αυτό το οφείλουμε στην προσοχή.

Σ’ ένα κοινόβιο του Αββά Σερίδου στην Παλαιστίνη, έζησε και ασκήθηκε πνευματικά ένας μεγάλος όσιος της Εκκλησίας μας, ο Αββάς Δωρόθεος. Μαθητής των οσίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου. Οι διδασκαλίες του αποτελούν, γνώμονα, αποτελούν το σωστό οδηγό, μιας χριστιανικής πορείας, προς σωτηρία και αγιασμό του ανθρώπου, του χριστιανού. Σε μια απ’ αυτές αναφέρεται στην κατάκριση, γιατί η κατάκρισις είναι πολύ πολύ βαρύ αμάρτημα, γιατί μ’ αυτό σφετεριζόμαστε την κρίση και την δικαιοσύνη του Θεού, και η κρίσις και η δικαιοσύνη ανήκει μόνον στο Θεό.
Όταν ήτανε λέει νέος, έκανε τον πολύξερο, σήμερα χρησιμοποιείται μια έκφρασις που λέμε «αυτός είναι ο ξερόλας, που τα ξέρει όλα». Δεν ξέρουμε τίποτα. Τα μαλλιά μας γίνανε σαν χιόνια, και τα γένια μας το ίδιο, εν τούτοις δεν ξέρουμε τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουμε. Όλα τα καλά του Θεού, και μόνον τα κακά και τα στραβά και τα ανάποδα είναι δικά μας.
Είδε λοιπόν κάποτε, έναν άνθρωπο, να αμαρτάνει. Να πέφτει σε μια θανάσιμη βαριά αμαρτία. Σαρκική αμαρτία, βαριά.
-Βρε λέει τον παλιάνθρωπο, κοίταξε τι έκανε, είπε. Δεν ντράπηκε την ηλικία του και τα λοιπά.
Και ούτω κάθεξής. Δεν ξέρω τι άλλο είπε. Πάντως τον κατέκρινε. Δεν ξέρουμε τι συνέβη, την άλλη μέρα, αυτός ο άνθρωπος που κατέκρινε, ο αββάς, σκοτώθηκε. Έπεσε απ’ το γάιδαρο, χτύπησε το κεφάλι του σε μια πέτρα και σκοτώθηκε. Έρχονται και του το λένε, ότι ο τάδε, σκοτώθηκε. Πω πω, είπε. Κείνη τη στιγμή με το πωπω, εμφανίζονται και δυό άγγελοι μπροστά του, κρατώντας την ψυχή αυτουνού του ανθρώπου που χτες είχε πέσει σε αμαρτία. Και τον ρωτάνε:
«Λοιπόν, να ορίστε, ορίστε η ψυχή αυτουνού του ανθρώπου, που χθές εσύ κατέκρινες και τον καταδίκασες. Για πες μου λοιπόν τώρα, εγώ είμαι άγγελος Κυρίου και κρατώ τη ψυχή του. Που θέλεις να την βάλω; Στον Παράδεισο ή στην Κόλαση;»
Με άλλα λόγια ήταν σαν να του έλεγε ο άγγελος τα εξής, επί λέξει όπως γράφεται και στο γεροντικό, και στον αββά Δωρόθεο τον ίδιον :
«Επειδή σύ είσαι ο Κριτής των δικαίων και των αμαρτωλών, πες μου τι προστάζεις γι’ αυτή την ψυχή. Της δίνεις χάρη, ή την καταδικάζεις;»
Στα λόγια αυτά ο άγιος γέροντας τρόμαξε. Πέφτει λέει αμέσως με το πρόσωπό του, στα πόδια του αγγέλου, και ζητάει συγχώρεση και συγγνώμην γιατί αμάρτησε. Και ο άγγελος του απάντησε:
«Να, ο Θεός σου έδειξε πόσο βαρύ αμάρτημα είναι, το να κατακρίνεις έναν άνθρωπον που αμαρτάνει. Να μην το ξανακάνεις.»
Ο γέροντας αυτός πέρασε την υπόλοιπη ζωή του, με στεναγμούς και δάκρυα, με μετάνοια πολλή, προσέχοντας, το επαναλαμβάνω, προσέχοντας, να μη κατακρίνει ποτέ κανέναν άνθρωπο και για τίποτα. Να μην κατακρίνει κανένα γεγονός στη ζωή του. Την προσοχή αυτή, την ανέπτυξε σε υπέρτατο βαθμό, γι’ αυτό και αγίασε.

Τι είναι λοιπόν, η προσοχή; Τι είναι ακόμα; Μας λέγει ο Άγιος Νικηφόρος; Είναι ακόμα ένα ασφαλές ταμείο, των θλίψεων και των πειρασμών της ζωής. Είναι η πηγή από την οποίαν ξεπηδά το ύδωρ το ζόν της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης.
«Έχεις προσοχή;» λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, «θα αναπτύξεις αρετές. Δεν έχεις προσοχή, όχι μόνον θα μαραθούν αυτές, αντ’ αυτών θα βγούν τα αγκάθια και τα τριβόλια των αμαρτιών. Των παθών και των αδυναμιών».
Και μας λέγει ο Άγιος Νικηφόρος παρακάτω. «Εκείνος ο οποίος δεν καθίσταται ικανός να δεχθεί, χωρίς αντιλογία και μεμψιμοιρία, -δηλαδή αγόγγυστα,- τις θλίψεις και τους πειρασμούς αυτής της ζωής, ασφαλώς δεν είναι σε θέση να πει, προς τον Κύριον το ψαλμικό «Αντιλήπτωρ μου ει και καταφυγή μου. Και αν μη τον Ύψιστον θύσει καταφυγήν, δεν δύνασθε, δεν μπορεί, να καταστεί, να γίνει, στενός φίλος, επιστήθιος φίλος, αγαπητός φίλος, ο πλέον αγαπητός και αγαπημένος, φίλος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. «Υμείς» είπε ο Κύριος στους μαθητάς Του, «φίλοι μου εστέ. Εγώ είρηκα υμάς φίλους. Εγώ σας έχω πεί και σας λέγω ότι είστε φίλοι μου. Και σαν φίλοι μου καρδιακοί που είστε, θα σας αποκαλύψω όσα μου αποκάλυψε ο Ουράνιος Πατήρ. Θα σας πω τα μυστικά του Ουρανού. Θα σας αποκαλύψω τα μυστήρια, και τα απόρρητα της Αγίας Τριάδος». Η προσοχή θα μας δώσει τη δύναμη, να αντιμετωπίσουμε και τα πράγματα στην παρούσα μας ζωή. Όσα και αν είναι αυτά. Και αυτό βέβαια είναι το πιο μεγάλο κατόρθωμα.

Ας δούμε όμως τι μας λέγει για την προσοχή, και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Είδαμε τον Άγιος Ησύχιο, είδαμε τον Όσιο Φιλόθεο, ακούσαμε τον Άγιο Νικηφόρο, είδαμε το παράδειγμα και την ιστορία του αββά Δωροθέου, είπαμε λίγα για τη ζωή του Αγίου Πολυκάρπου του Ιερομάρτυρος, του οποίου την μνήμη εορτάσαμε σήμερα, ας δούμε τώρα τι μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, για την προσοχή.
«Οφείλεις» λέγει «να φυλάγεις τον εαυτό σου πολύ καλά, και να μη του επιτρέπεις να παρασύρεται από το ρεύμα της φαντασίας. Το πλέον κακό πράγμα στον άνθρωπο, που αγωνίζεται, τον χριστιανό, είναι η φαντασία. Η φαντασία είναι η γέφυρα των δαιμόνων. Με την φαντασία ο διάβολος γίνεται μυρμηγκολέων. Ένα πράγμα που είναι μικρό, το κάνει να φαίνεται πάρα πολύ μεγάλο, φοβερό και τρανό, και αντιστρόφως κάτι πάλι που είναι πάρα πολύ μεγάλο να το εμφανίσει πολύ μικρό».
Έλα καημένε δε βαριέσαι σου λέει, κάντο αυτό τώρα, τι πειράζει; Ποιος σε βλέπει, ποιος σε ακούει τώρα; Και μόλις το κάνεις και πέσεις στην αμαρτία και πέσουμε, ύστερα μας το παρουσιάζει τρομακτικά μεγάλο για να μας φέρει απελπισία και απόγνωση, για να μας ρίξει στον γκρεμνό, ακόμα και της αυτοκτονίας.
«Η φαντασία έχει μεγάλη ευχέρεια, στο να μπορεί να τυπώνει κάθε σκέψη που μας προβάλλει μέσα μας ο διάβολος. Είναι δυνατόν δε», συνεχίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «οι σκέψεις αυτές, που προβάλλονται μέσα στο μυαλό μας, μέσα στο νου μας, από τον διάβολο δια της φαντασίας, να είναι τελείως, τελείως ανύπαρκτες. Γι αυτό και λέγονται και φανταστικές. Ο άνθρωπος όμως ο χριστιανός που καλλιεργεί την προσοχή, θα καλέσει αμέσως σε βοήθεια τον Χριστό, το οποίον το παμπόθητον όνομα, θα εκδιώξει και θα αφανίσει κάθε σκέψη και κάθε εικόνα βλαβερή. Αν στο πανίσχυρον αυτό όνομα του Ιησού Χριστού, κάμπτεται παν γόνυ επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, από όσα μας βεβαιώνει η Αγία Γραφή, πόσο μάλλον δε θα σκορπίσει σαν καπνό, κάθε βλαβερή προσβολή των πονηρών δαιμόνων, όταν μετά βίας και ζέσεως και θέρμης και πίστεως δυνατής παρακαλούμε τον Θεόν να έρθει εις βοήθειαν. Όπου και αν βρισκόμεθα, οιανδήποτε και αν είναι η ασχολία μας», συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «οφείλουμε να διατηρούμε τις αισθήσεις μας ακοίμητες, σαν άγρυπνους φρουρούς εν καιρώ πολέμου, και συμμαζεύοντας έτσι το νου μας, ώστε μεταξύ της καρδιάς και του ονόματος του Ιησού Χριστού, να μην μπαίνει καμιά δαιμονική σκέψη. Να μην παρεμβάλλεται απολύτως τίποτα. Η πνευματική πρόοδος και η εσωτερική κάθαρσις της καρδιάς του ανθρώπου, όπως και ο φωτισμός του νου οφείλονται κατά το μέγιστον εις την προσοχήν. Αγωνίζου», συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «όταν προσεύχεσαι, όταν είσαι στην εκκλησία, και όταν μελετάς την Γραφή, να διατηρήσεις το νου σου στενά συνδεδεμένο με τον Θεόν. Κι όταν θα τρέξεις για ελεημοσύνη, και όταν θα κάνεις προσευχή για κάποιον τρίτο, το μυαλό σου να μη φεύγει απ’ τον Χριστό. Ο Θεός θα σε βοηθήσει και θα σου πει τι πρέπει να κάμεις και πώς πρέπει να το κάμεις. Πρόσεχε επίσης και τις πονηρές έννοιες, τις οποίες ο διάβολος, ο πολύπειρος και άξιος στη μίμηση ζωγράφος», έτσι τον χαρακτηρίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «βάζει μέσα στην καρδιά, πότε μεν αποτυπώνοντας μορφές, που αφυπνίζουν τα πάθη, πότε δε υποδεικνύοντας τρόπους για την πράξη της αμαρτίας, πότε πάλι ζωγραφίζοντας διά μέσου της φαντασίας, σχήματα βλαβερά, για να ξεσηκώσει τον άνθρωπον και να τον ρίξει στην αμαρτία. Τι θα τον σώσει;» ερωτά. «Η προσοχή, και η προσευχή. Θα τον σώσει η μετάνοια, και τα δάκρυα της μετανοίας. Αν λείψουν λοιπόν αυτά,» λέει ο Χρυσόστομος, «τότε εύκολα ο δαίμονας εισέρχεται μέσα μας νοερά, κυριεύει την καρδιά, αιχμαλωτίζει την θέληση, λαφυραγωγεί τις καλές διαθέσεις μας, φονεύει, σκοτώνει τον φόβον του Θεού μέσα μας, τσαλαπατά την ευσέβεια, και τελικά σέρνει τον άνθρωπο, την ψυχή του στο βάραθρον της απωλείας.

Βλέπουμε λοιπόν πόσα πράγματα, οφείλονται στην προσοχή, μια αρετή την οποίαν δεν δίνουμε σημασία, κι όμως την χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή, πολύ πολύ συχνά. Πάρα πολύ συχνά. Σκεφτείτε πόσες φορές, λέμε «πρόσεχε». Ή «να προσέχεις».
«Όσο αυξάνεται η προσοχή», μας λένε άλλοι άγιοι Πατέρες πάλι, της Εκκλησίας μας, «τόσο περισσότερο εντείνεται, όσο αυξάνεται η προσοχή, τόσο περισσότερο εντείνεται η αγάπη σου για τον Θεόν».
Και από την άλλη πλευρά, η ταπείνωσις, δύο στοιχεία απαραίτητα για την σωτηρία του ανθρώπου.
Χωρίς προσοχή δε γίνεσαι μικρό παιδί. Τι μας είπε ο Κύριος;
Τον ρώτησαν «ποιος είναι ο πιο μεγάλος;» και πήρε ένα παιδάκι. Και λέει, αν δεν γίνετε σαν αυτά τα μικρά παιδιά, στην Βασιλεία των Ουρανών, δεν μπαίνετε μέσα. Τι έχουν τα μικρά παιδιά; Αθωότητα. Ακακία. Απονήρευτα είναι. Αγαπούν με όλη τους την καρδιά. Εύκολα συγχωρούν. Εύκολα ξεχνούν. Και λαχταρούν να βρεθούν στην αγκαλιά του πατέρα ή της μητέρας. «Τη κακία νηπιάζετε!» Αλλά για να φθάσουμε στο σημείο να γίνουμε μικρά παιδιά ως προς την κατάστασιν αυτήν της ακακίας, και αθωότητος και τα λοιπά και ό,τι άλλο είπαμε, χρειάζεται η καλλιέργεια της προσοχής. Από την άλλη πλευρά βέβαια, θα καλλιεργείται και το τέλειο φρόνημα του νοός. Στα φρένα σας λέει, θα είστε τέλειοι, στα μυαλά σας θα είστε ... στην καρδιά μικρά παιδάκια, και στα μυαλά σοφοί και τέλειοι.
Όπως λοιπόν η προσοχή προκαλεί το φωτισμό, στο νου του ανθρώπου, έτσι και η έλλειψις της προσοχής, προκαλεί το σκοτισμό του νου και φέρνει μύρια τόσα πράγματα στη ζωή ενός ανθρώπου.

Μας λέει εδώ για ένα όραμα, ου είδε ο αββάς Δωρόθεος, αυτόν τον αββά που αναφέραμε προηγουμένως, ότι σε μια ακολουθία έβλεπε τον άγγελο να περιφέρεται μέσα στην εκκλησία και από ένα μυροδοχείο να βγάζει άρωμα – ασφαλώς θα ήταν ουράνιο – και έτσι με το χέρι του, να ραντίζει τους παρευρισκομένους εκκλησιαζομένους μοναχούς όπως αργότερα και το είδε βέβαια αυτό και σε μια εκκλησία μιας πόλεως που κατέβηκε για δουλειές και εκκλησιάστηκε στην πόλη. Τι έβλεπε λοιπόν; Τον άγγελο ορισμένους από τους εκκλησιαζομένους χριστιανούς να τους ρίχνει μύρο, και ορισμένους να μην τους ρίχνει. Σε κάποια στασίδια, γιατί υπήρχαν γύρω γύρω στασίδια, ορισμένα που ήταν άδεια, τα ράντιζε με μύρο, και ορισμένα δεν τα ράντιζε. Λοιπόν αυτό το είδε πέντε δέκα φορές, μια μέρα λοιπόν βγήκε έξω από την εκκλησία και μόλις έκανε να φύγει ο λαμπροφορεμένος αυτός νέος, όπως τον έβλεπε,
«έλα δω του λέει, για στάσου, ποιος είσαι εσύ; Μπαίνεις βγαίνεις, ραντίζεις ξεραντίζεις, τι κάνεις εδωπέρα;» λοιπόν, δεν του έδωσε την πληροφορία ο Θεός για να την δώσει απευθείας ο ίδιος ο άγγελος,
του λέει «είμαι άγγελος Κυρίου».
«Ε», του λέει, «ορισμένους τους ραντίζεις και ορισμένους όχι».
«Αυτούς που ραντίζω, το μυαλό τους και η προσοχή τους είναι στην ακολουθία, είναι στην προσευχή, ο νους τους βρίσκεται στον ουρανό, άδωντας και ψάλλοντας τω Κυρίω. Οι άλλοι; Οι άλλοι μεριμνούν και τυρβάζουν περί πολλών, ακόμα και αμαρτωλών. Έτσι αυτούς δεν τους μυρώνω με το ουράνιο μύρο».
«Τα στασίδια τώρα πές μου, τα άδεια».
«Σ’ αυτά τα στασίδια που ραντίζω, οι μοναχοί αυτοί εκτελούν διακόνημα και είναι έξω απ’ τη μονή, αλλά το μυαλό τους είναι στην ακολουθία. Οι άλλοι πάλι απουσιάζουν, αλλά είναι αμελείς και κοιμούνται τον ύπνον της νωθρότητος και της τεμπελιάς που οδηγεί στην αμαρτία».
Κι όπως περιγράφεται στο βίο του Αγίου Νικολάου του Πλανά, κι αυτός λοιπόν κάποτε που θύμιαζε στην «Τιμιωτέρα» και πέρασε τα στασίδια, όσοι διαβάσατε το βίο του θα το θυμάσθε, πήγε σ’ ένα στασίδι άδειο, που το θύμιασε τρείς φορές, και πέρασε από την διπλανή κυρία που ήταν μέσα στο στασίδι και δεν τη θύμιασε. Ε, κανονικά θύμιασε όλους τους άλλους. Αυτή λοιπόν παρεξηγήθηκε.
Και του λέει, «έλα εδώ παπα-Νικόλα, γιατί δε με θύμιασες εμένα και θύμιασες το άδειο το στασίδι της κερα-Γιαννούλας;»
Λέει, «η κερά Γιαννούλα είναι άρρωστη, αλλά ήταν εδώ, με την ψυχή της, με το νου της, με το μυαλό της, με την καρδιά της, ήταν εδώ, εσύ, της λέει, ήσουν στο στασίδι, αλλά δεν ήσουν εδωπέρα. Το μυαλό σου ήταν μακριά, πώς να σε θυμιάσω;»
Τι έλειπε λοιπόν; Η προσοχή έλειπε.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε και να πούμε πολλά πολλά ακόμα, τα οποία η προσοχή σαν πνευματική αρετή, έχει πολλές πολλές αναβάσεις, τις οποίες βέβαια εγώ, δεν θέλησα να αναλύσω. Πρώτον γιατί δεν είμαι άξιος, παρόλον που τις διαβάζουμε, εδώ στους πατέρες τους νηπτικούς της Εκκλησίας μας, και δεύτερον δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πολλά πράγματα. Γι’ αυτό λοιπόν να μείνουμε στα λίγα, καλλιεργώντας όσο δυνατόν μπορούμε πρακτικά την προσοχή μαζί με την προσευχή.
Θα μπορούσαμε να κάνουμε, πάνω μόνο σε αυτό το κήρυγμα, μια σειρά από ομιλίες γύρω από την προσοχή, την νήψη και την προσευχή. Αλλά τα κουράγια εξέλιπαν….

Οι νερόβραστοι Χριστιανοί, Μέρος Α', βραδινό κήρυγμα, 2-2-2000 Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ



Οι περισσότεροι χριστιανοί αδελφοί μου στις ημέρες μας είμαστε χλιαροί και νερόβραστοι. Διάβασα αυτές τις ημέρες κάποιο κήρυγμα του πατρός Αυγουστίνου Καντιώτου, επισκόπου Φλωρίνης, που το κήρυγμά του αυτό το εξεφώνησε το 1977, και αναφέρεται στους χλιαρούς χριστιανούς.
Σε αυτό το κήρυγμα θα κάνουμε δικά μας σχόλια και θα αναφερθούμε και σε μια ανάλογη ομιλία δική μου, που την έκαμα εδώ στην Αγία Βαρβάρα, το Μάιο του 1994.
Δε θα διορθώσουμε, προς Θεού, το μεγάλο αυτό ρήτορα και κήρυκα του Ευαγγελίου, απλώς θα προσθέσουμε μερικές δικές μας ακόμα χρήσιμες παρατηρήσεις.

Λοιπόν, ρωτάει ο επίσκοπος, μήπως είμεθα χλιαροί; Ε, μάλλον ναι. Επειδή πολλοί από σας, με επιμονή, φορτική θα έλεγα, ζητήσατε να κάνουμε κάποια κηρύγματα, και αυτά βέβαια έχουν το δικό τους κόπο, αλλά και ποιος είμαι εγώ;
Ο επίσκοπος ρωτάει, μήπως αυτός που σας ομιλεί είναι άγγελος ή αρχάγγελος, μήπως είναι κανένας μεγάλος ασκητής και ερημίτης απ’ το Άγιον Όρος, τίποτα ερημητήρια της Παλαιστίνης, μήπως είναι κανένας μάρτυρας και ομολογητής, ή κανένας από τους πατέρες της Εκκλησίας;
Αν εκείνος για τον εαυτό του λέει αλίμονο, πόσο πολύ περισσότερο θα πρέπει να το πούμε εμείς. Μακάρι να μπορούσαμε όλοι οι ιερείς, μοναχοί και επίσκοποι που κηρύσσουμε τον λόγον του Θεού, να βρισκόμασταν στα ύψη αυτά των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας μας. Μακάρι.
Αλλά κείνο όμως το οποίο μπορούμε να πούμε και μπορούμε να ομολογήσουμε, εμείς, οι ιερείς και πρώτος εγώ, είναι να επαναλάβω τα λόγια του προφήτου Ησαΐα. «Ο ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος, ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχω, εν μέσω λαού, ακαθάρτα χείλη έχοντος εγώ ηχώ». Είμαι άνθρωπος, λέει ο προφήτης, και τα χείλη μου είναι ακάθαρτα, είναι αμαρτωλά, είναι βρώμικα. Αλλά όμως βρίσκομαι ανάμεσα σε έναν λαό που έχει και αυτός ακάθαρτα χείλη. Γιατί και αυτός ο λαός είναι αμαρτωλός. Μεστός αμαρτιών και ανομιών. Όπου κυριαρχεί δυστυχώς στην πατρίδα μας ένα πνεύμα αμετανοησίας. Χωριστά η διαφθορά. Ανάμεσα λοιπόν σε αυτόν τον λαόν, κατοικώ και ευρίσκομαι και εγώ. Δυστυχώς, για μας τους ιεροκήρυκες και για μένα ειδικότερα, ισχύει αυτό το οποίον λέγει ο ψαλμωδός, ο προφήτης Δαυΐδ στον 49ον ψαλμόν, «τω δε αμαρτωλώ είπεν ο Θεός», εις τον αμαρτωλόν είπε ο Θεός, «ίνα τι συ εκδιεί τα δικαιώματά μου και αναλαμβάνεις την διαθήκην μου δια του στόματός σου», ποιος είσαι εσύ; ο οποίος με παίρνεις στο στόμα σου και θέλεις να διηγηθείς τα μεγαλεία τα δικά μου; Ποιος είσαι εσύ που μπορείς να αποκαλύψεις τα δικά μου μυστήρια;