Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

Η προφορική ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με καί η κάθαρσις εκ τών παθών (μέρος 1ον)

Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ενθυμούμαι βέβαια τις πολύ καλές ημέρες, και τα παλιά εκείνα καλά χρόνια όταν κάναμε τις βραδινές ομιλίες, κατ’ αρχάς με την ανάλυση του Συμβόλου της Πίστεως, το οποίον τώρα θα μας βγει σε βιβλίο, πιστεύομε ότι μέσα στο Μάρτιο θα κυκλοφορήσει, εν συνεχεία με την ανάλυση της Θείας Λειτουργίας, μαζί με τις σχετικές εμπειρίες της, κατόπιν με την εκτεταμένη ή άλλοτε περιληπτική απόδοση της ερμηνείας στην Προς Ρωμαίους Επιστολή, κατόπιν τους μακαρισμούς όπως και άλλες περιστασιακές ομιλίες.
Θα ήθελα με όλη μου την καρδιά, και το πιστεύω, πρέπει να το πιστεύετε αυτό, ότι θα ήθελα να σας συγκεντρώνω κάθε Τετάρτη, όλο το χρόνο, θα το ήθελα, αλλά οι δυνάμεις μου οι σωματικές δεν επαρκούν, και αφετέρου η προετοιμασία είναι πολύ κουραστική. Παρά ταύτα όμως κατά περιόδους, πιστεύω ότι θα κάνουμε μια προσπάθεια να λέμε πέντε πράγματα.

Κάποτε σας είχα ομιλήσει για έναν πολύ δραστήριο ιερέα σε μια επαρχιακή πόλη, ο οποίος είχε πλούσια εξωτερική δράση, μεγάλη δράση. Και μάλιστα έλεγε ότι ποιος κληρικός άλλος δουλεύει σαν και μένα. Η δική μου δράσις έχει θαυμάσια αποτελέσματα. Έκτισα έναν μεγαλοπρεπέστατο ναό, δέκα παρεκκλήσια, τρείς αίθουσες, κόσμος από δω, κόσμος από κει, κηρύγματα, κύκλους, ομάδες, κατασκηνώσεις. Πόσα έργα έστω και πνευματικά περισσότερα από τα δικά μου, έλεγε, κάνουν αυτοί οι ξακουστοί ιεροκήρυκες, και είπε μερικά ονόματα, ο τάδε και ο τάδε, βέβαια εμείς θα πούμε μόνον δύο, αλλά γιατί έχουν κοιμηθεί αυτοί, τους ζώντας δεν μπορούμε να αναφέρουμε, ο πατήρ Αμφιλόχιος ο Μακρής και από τον πατέρα ακόμα Φιλόθεο τον Ζερβάκο, περισσότερη εργασία κάνω εγώ, και από τον τάδε και τον τάδε και άλλα.
Ένα βράδυ λοιπόν καθώς κοιμόταν, - πιστεύω να σας την έχω ξαναπεί αυτήν την ιστορία, δεν ξέρω βέβαια πόσο αναλυτικά ή περιληπτικά, όταν κάναμε τις σχετικές ομιλίες, τις βραδινές, αλλά την επαναλαμβάνω γιατί έχει τη θέση εδώ σήμερα. Ένα βράδυ λοιπόν όπως κοιμόταν, ξαφνικά ξύπνησε, τρόμαξε. Κάτι μέσα του τον είπε να σηκωθεί. Δεν τον φώναξε κανένας, αλλά από μια ακατανίκητη δύναμη σηκώθηκε. Συμβαίνει καμιά φορά αυτό. Σηκώθηκε λοιπόν, και σαν αυτόματο, ντύθηκε, έβαλε το καλημάφχι του, κοίταξε την ώρα, ήτανε δυόμισι περίπου μετά τα μεσάνυχτα. Βγήκε έξω σα ρομπότ. Σαν κάποιος να τον κατηύθυνε. Και πήγε προς τον Μητροπολιτικό ναό. Ερχόταν από την πίσω πλευρά του ναού. Έτσι κάνοντας κύκλο βρέθηκε μπροστά στον εξωνάρθηκα του ναού. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και ο ουρανός γεμάτος σύννεφα. Μάλλον θα έβρεχε. Εκείνη τη στιγμή μια αστραπή δυνατή φώτισε τον τόπο για να ακολουθήσει και μετά δυνατή βροντή. Στο δευτερόλεπτο που κράτησε η αστραπή, και που φώτισε όλον τον τόπο διάπλατα, είδε ο ιερεύς στον εξωνάρθηκα και μπροστά στην πόρτα του ναού, να στέκεται ένας άνθρωπος. Ταυτόχρονα τον είδε να κάνει το σημείο του Σταυρού, να ανοίγει την αμπαρωμένη πόρτα και να μπαίνει μέσα. Ο ιερεύς τον ακολούθησε αθόρυβα μέσα στον ναό, όπως ήταν επόμενον, και στάθηκε πίσω από μια κολώνα, - όλα αυτά γινόνταν ασυναίσθητα, παρακολουθώντας σιωπηλά τον άγνωστο αυτόν χριστιανό. Ο χριστιανός γονάτισε μπροστά στην εικόνα του Χριστού, εδώ στο ιερό τέμπλο, και άρχισε να προσεύχεται. Τα αναμμένα καντηλάκια μπροστά στις ιερές εικόνες, χάριζαν ένα γλυκύτατο ιλαρόν φως. Ξαφνικά από την εικόνα του Χριστού άρχισε να ξεχύνεται μια ολόλαμπρη και πάλλευκη φωτοχυσία. Που κατ’ αρχάς τύλιξε τον προσευχόμενο χριστιανό, ο οποίος υπερίπτατο του εδάφους, τον είδε δηλαδή να είναι στον αέρα, και στη συνέχεια απλώθηκε σ’ όλο το ναό. Ο θαυμασμός και το δέος που κατέλαβε τον ιερέα εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται. Δεν μπορούσε βέβαια και ο ίδιος να το περιγράψει. Ύστερα από αρκετή ώρα, το γαληνόμορφο αυτό φως, άρχισε σιγά σιγά πολύ απαλά να χαμηλώνει, να σβήνει, να χάνεται. Σηκώθηκε ο χριστιανός, είπε «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς, Αμήν», και με το «Αμήν» ακούστηκε μια βροντή φοβερή. Αληθινή όμως βροντή. Άστραψε πάλι ο ουρανός και μαρτύρησε φαίνεται, έβαλε τη σφραγίδα ο ουρανός δηλαδή στην αλήθεια εκείνου του γεγονότος. Ποιανού γεγονότος; Της πνευματικής λατρείας αυτού του ανωνύμου χριστιανού.
Ο παππούλης βγήκε αμέσως έξω αθόρυβα, χωρίς να γίνει αντιληπτός, και σε λίγο ο ανώνυμος εκείνος ευλαβής χριστιανός, βγήκε κλείνοντας πίσω του την πόρτα του ναού. Ο ιερεύς στη συνέχεια ακολούθησε τον θεοσεβή αυτόν άνθρωπο, μέχρις ότου εισήλθε σε κάποιο σπίτι. Κράτησε τη διεύθυνση του σπιτιού και έφυγε. Στο δρόμο φάνηκαν και οι πρώτοι άνθρωποι να κινούνται σιγά σιγά και προς τις εργασίες τους. Δεν υπήρχαν τουλάχιστον εκείνη την εποχή αυτοκίνητα. Είχε φτάσει ήδη πεντέμισι το πρωί. Ο ιερεύς πήγε στο σπίτι του και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ήταν διαρκώς ανήσυχος. Τι συνέβη; Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Ποιος; Ποιος;
Την άλλη μέρα πήγε και περπατούσε μπροστά στο σπίτι, αυτού του παράξενου χριστιανού. Στεκόταν και το κοίταζε. Περνούσε, ξαναπερνούσε, προσπαθούσε να βρει κανένα γνωστό να τον ρωτήσει. Τελικά βρήκε πράγματι κάποιον και του λέει:
- Ποιος κάθεται εδώ, για πες μου.
- Τι τον θέλεις παππούλη; τον ρώτησε, θάταν περίεργος.
- Τι σε νοιάζει, λέει, τι το θέλω, πες μου ποιος μένει εδώ.
Του είπε ένα όνομα, δεν τον ήξερε ο ιερεύς.
- Καλός άνθρωπος;
- Πολύ καλός!
- Πηγαίνει στην εκκλησία;
- Βεβαίως πηγαίνει. Και η γυναίκα του και τα παιδιά του.
- Ααα, είναι παντρεμένος, ε, έχει και παιδιά; Πόσα παιδάκια έχει;
- Οκτώ νομίζω, δεν ξέρω κιόλας.. Μήπως τα μέτρησα ποτέ;
Τέλος πάντων κατάφερε με κάποιους γνωστούς μετά από δυο τρείς μέρες να κάνει μια επίσκεψη στο σπίτι του αγνώστου, αυτού, του χριστιανού. Το είδε. Ένας συνηθισμένος ανθρωπάκος, με ασυνήθιστα όμως φωτεινό πρόσωπο και καταγάλανα καθαρά μάτια. Με χαμόγελο γλυκύτατο και συγχρόνως ταπεινός, χαμηλομένο το κεφαλάκι, πράος, αγαθός. Τον περιποιήθηκαν φιλόξενα και κείνος τους ρώτησε ορισμένα πράγματα και κείνοι απαντούσαν πρόθυμα. Ο χριστιανός εξομολογείτο τακτικά στη πρωτεύουσα του νομού, σε γνωστό πνευματικό. Καλλιεργούσε και μάλιστα, όπως το είπε, και την ευχούλα, όπως του το είχε μάθει ένας για τον εν λόγω ιερέα άγνωστος ιερομόναχος ασκητής απ’ τη Σίψα, ο πατήρ Γεώργιος ο Καρσλίδης, που του είπε όλη την ημέρα να λες "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Όλη η οικογένεια αυτού του χριστιανού κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων, και ζούσαν όλοι μαζί μια απλή, ήσυχη ζωή, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και εγκράτεια. Φρόντιζε όμως ο χριστιανός ν’ αλλάζει κάθε Κυριακή εκκλησία, για να μη φαίνεται ότι κοινωνούσε τακτικά, διότι για εκείνην την εποχή η Θεία Κοινωνία η τακτική ήταν πολύ παράξενο πράγμα. Οπωσδήποτε θα τον θεωρούσαν για τρελό. Μισθοσυντήρητος ήταν ο άνθρωπος, ο πολύτεκνος αυτός οικογενειάρχης με τα οκτώ παιδιά, τραπεζικός υπάλληλος. Έτρεφε τα παιδιά του, την γυναίκα του, τον υπέργηρο πατέρα του και τον εαυτό του. Τον έτρωγε όμως από μέσα η αγωνία, η αγωνία, τον ιερέα, ποια ήταν τέλος πάντων η κρυφή πολιτεία αυτού του ανθρώπου; Ποια ήταν τέλος πάντων η ζωή του για να έχει μια τόσο πολύ μεγάλη χάρη, στην νυκτερινή του προσευχή μέσα στην εκκλησία; Και μάλιστα νύχτα δυόμισι με πέντε, τα μεσάνυχτα μέχρι το πρωί. Έφυγε ο ιερεύς και μια βδομάδα δεν βγήκε έξω. Ήταν αμίλητος και σκεφτικός. Ύστερα αρρώστησε. Μάλιστα. Ο παππούλης απ’ τη στεναχώρια του αρρώστησε. Ένα μήνα ολόκληρο. Και στον μήνα εκείνον πήρε το μάθημά του. Οι καλές πράξεις και τα πολλά και μεγάλα έργα αδελφοί μου, χωρίς το ταπεινό φρόνημα στα μάτια του Θεού δεν έχουν καμιά αξία. Και ο Φαρισαίος έλεγε, - θα το ακούσουμε την Κυριακή – ότι έκανε πολλά καλά έργα και μάλιστα έδινε και το εν δέκατο του μισθού του στις ελεημοσύνες. Ούτε λοιπόν τα παχιά λόγια και τα ωραία κηρύγματα σαν και μένα, αυτά τα δικά μου οικοδομούν, αν το πνεύμα του ιερέως δεν είναι συντετριμμένον και τεταπεινομένον. Τι να κάνουμε, στραβώνει η μύτη μας, και ιδίως η δική μου. Και τότε πικραμένος θυμήθηκε ότι και τις προσευχές του, και τις νηστείες του, και τις ελεημοσύνες του, και τα έργα του όλα τα έκανε προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις. Όπως βέβαια και οι συγκρίσεις του προς την πνευματική εργασία τόσων και τόσων αγίων επισκόπων, ιερέων και γεροντάδων ήσαν καθαρά από φθόνο. Ένας απλός πτωχός οικογενειάρχης αλλά ταπεινός τω πνεύμα είχε ασυγκρίτως πολύ μεγαλύτερη παρρησία στο Θεό απ’ αυτόν τον ιερέα που εθεωρείτο ευλαβέστατος, με πλούσια δράση και άγιος, άγιος ανάμεσα στους ανθρώπους, τις ενορίες του, και του έβαζαν μάλιστα και βαθειά μετάνοια. Αλήθεια λοιπόν, τι τραγική ειρωνεία. Έμαθε καλά το μάθημά του ότι ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς σε δίδωσιν την χάριν. Έμαθε ακόμη ότι μακάριοι είναι μόνον οι πτωχοί τω πνεύματι, δηλαδή οι ταπεινοί, όσοι έχουν καρδίαν καθαράν, διότι αυτοί και μόνον τον Θεόν όψονται, και σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών. Αυτόν τον ιερέα, τον εξομολήγησα και τον κοινώνησα στο αντικαρκινικόν του Μεταξά, στην πενταετία 70-75 λίγο πριν πεθάνει.

Το βίωμα του ανωνύμου αυτού χριστιανού αδελφοί μου, είναι μια από τις άπειρες δωρεές του Θεού προς το πλάσμα του που αγωνίζεται μέρα νύχτα με ταπείνωση πολλή και με την ευχούλα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Που αγωνίζεται με αγρυπνία στις αισθήσεις του, με εγκράτεια στη γλώσσα, με προσοχή στα μάτια, με την πίστη ζωντανή και φλογερή, με την ακρίβεια στην τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, με την αληθινή μετάνοια και συντριβή, με την ταπείνωση στο νου και στην καρδιά. Με την καθαρότητα σ’ ολόκληρη την καθημερινή του ζωή κατά δύναμη, όσο μπορεί. Και ασφαλώς βέβαια με την μελέτη των Αγίων Γραφών, και άλλων καλών ωφελίμων βιβλίων.

Να λοιπόν μερικές βασικές προϋποθέσεις αγιασμού και θεώσεως του κάθε αγωνιζομένου πιστού χριστιανού, που αγωνίζεται με πολλή συνέπεια και φόβον Θεού, μέσα σ’ αυτήν την αλλοπρόσαλλη και παράλογη κοινωνία που ζούμε. Το παράδειγμα και βίωμα αυτού του ανωνύμου χριστιανού, μας βεβαιώνει ότι είναι δυνατή μέσα στον κόσμο του παρόντος αιώνος, του απατεώνος, όχι μόνον η σωτηρία, αλλά και η θέωσις, με βασική προϋπόθεση ότι προηγείται η κάθαρσις από όλα τα πάθη, και τα ψυχικά, και τα πνευματικά και τα σωματικά, για να ακολουθήσει ο φωτισμός και έπειτα η τελείωσις και ο αγιασμός του όλου ανθρώπου. Επαναλαμβάνω, ότι για να καθαρισθούμε από τα πάθη χρειαζόμεθα τη βοήθεια του Θεού, και ο Θεός αποτελεσματικά μας βοηθάει, - θα τα επαναλάβομε πολλές φορές, για να μη νομίζουμε ότι εύκολα εξαγιάζεται ένας άνθρωπος, και εύκολα μπορεί να δεχτεί δωρεές από το Θεό, γιατί πρέπει να τηρούμε τις Ευαγγελικές εντολές, και μάλιστα της διπλής αγάπης και προς τον Θεόν, «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν εξ όλης ψυχής, καρδίας, ισχύος και διανοίας και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» - δεν τον αγαπάμε τον πλησίον μας, κακά τα ψέματα, καμιά φορά ούτε καλημέρα δεν θέλουμε να του πούμε, και άλλες φορές του γυρίζουμε και την πλάτη. Όταν καλλιεργούμε κάποιες αρετές, να, η αρετή της μακροθυμίας, της συγχωρήσεως, της επιεικείας, δεν είμεθα επιεικείς απέναντι στα σφάλματα και στα λάθη των άλλων, παρόλον που η εντολή του Λόγου του Θεού λέει ότι «το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις». Την επιείκειάν σας να την δείχνετε έμπρακτα προς όλους τους ανθρώπους, - ε, δεν το τηρούμε αυτό… Βέβαια όταν έχουμε πάλι συναίσθηση στην Κοινωνία, στη Θεία Κοινωνία, ή στην Ιερά Εξομολόγηση… Προ παντός δε, όταν δεν συγκρατούμε τη γλώσσα μας, και δεν έχουμε ταπεινό πνεύμα, και δεν πενθούμε για τις αμαρτίες μας. «Μακάριοι οι πενθούντες», λέει, «ότι αυτοί παρακληθήσονται». Και ασφαλώς δεν έχουμε νήψη και προσοχή στους λογισμούς μας, όταν κάνουμε προσευχή, όταν διαβάζουμε την Καινή Διαθήκη, όταν είμαστε μέσα στο ναό. Όλα αυτά και άλλα πολλά τα έχουμε πει επανειλημμένες φορές, και για να μη σας κουράζω, να μην πούμε και άλλα τόσα, όσα οφείλουμε να κάνουμε δηλαδή, όλα αυτά στο σύνολό τους πρέπει να συνοδεύονται από την επίμονη επίκληση του ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δηλαδή από την πνευματική μας κοινωνία μετά του Σωτήρος Χριστού.
Όταν τηρείς, και συ, και συ, μια εντολή και την εφαρμόζεις, να επικαλείσαι συγχρόνως και το όνομα του Ιησού Χριστού, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν θέλεις να καταπολεμήσεις ένα πάθος και μια αδυναμία σου, να φωνάζεις "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν θέλεις να πνίξεις μέσα σου τον θυμόν, και την οργήν, ή να κατανικήσεις τη ζήλεια σου, που σου κατατρώγει τα σπλάχνα, να επικαλείσαι την βοήθεια του Σωτήρος Χριστού, λέγοντας "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Όταν είσαι μέσα στην εκκλησία, όπως τώρα, και κυρίως βέβαια όταν εκκλησιάζεσαι, είτε στον όρθρο, είτε όταν μπούμε στη Θεία Λειτουργία, - τι αρχίζετε τα μουρμουρητά, μπουρ μπουρ μπουρ μπουρ ο ένας με τον άλλον; καμιά φορά λέτε «καλημέρα σας, τι κάνετε, πώς είστε», αγκαλιάζεστε και φιλιόσαστε, - "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", ναός του Θεού είναι. Και ναός είστε σείς! Κάθε φορά που εγώ ως παπάς και λειτουργός του Υψίστου, και σεις ως εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί, λέτε το όνομα του Ιησού μέσα στο ναό, γίνεστε ναός! Κάθε χάρις ναοποιεί την ύπαρξή μας. Κάθε κάλεσμα του Ιησού Χριστού, μας κάνει ουράνιο ναό, και αυτό δεν το έχουμε καταλάβει, ασχολούμεθα με το τι λένε οι τηλεοράσεις συνέχεια. Μόνο κουτσομπολιό ξέρουμε να κάνουμε.
Όταν έρχεσαι εδώ να κοινωνήσεις, μη δίνεις σημασία τι σου λέει ο διάολος, λέγε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". «Ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Παντού και πάντοτε να φωνάζετε το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Έτσι παλεύουμε με τα πάθη μας, αλλά πάντοτε όμως με τη βοήθεια της ευχής. Είναι δηλαδή, για να αντιμετωπίσουμε μια ασθένεια πρέπει να πάρουμε αντιβίωση, πρέπει να μας βάλουν μια ένεση, και αυτή η ένεσις είναι το όνομα του Ιησού Χριστού. Δεν επιτυγχάνεται η κάθαρσις απ’ την τυραννία των παθών και απ’ την εξουσία του διαβόλου, χωρίς τη βοήθεια του Ιησού Χριστού, αφού ο ίδιος το λέει, «άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», άρα "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Δεν ξέρουμε άλλες προσευχές. Δεν ξέρουμε τι προσευχή να κάνουμε… Λέγε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". «Θεέ μου βοήθησέ με». «Παναγία μου σώσε με, με τις πρεσβείες σου». Αυτά δεν ξέρουμε να τα πούμε; Όλοι μας ξέρουμε. Η ευχή λοιπόν συνδράμει στην τήρηση των εντολών του Θεού και στην κάθαρση από τα πάθη και τις αδυναμίες.

Στον πρώτο καιρό πρέπει να λέμε την ευχή προφορικά, με το στόμα. Και μάλιστα όσο μπορούμε συχνότερα. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Ψιθυριστά. Η φωνή που βγαίνει απ’ το στόμα συγκεντρώνει τον νου πάνω στις λέξεις, που αρχίζει σιγά σιγά να τις προσέχει. Όταν επιμένουμε λοιπόν πολύ στην καθημερινή προφορική προσευχή όλη την ημέρα, ανεξάρτητα απ’ τη δουλειά που κάνουμε, όσο θα περνάει ο καιρός τόσο και πιο απαραίτητη θα μας γίνεται. Δημιουργείται μέσα μας ένα παράδοξο κλίμα γλυκύτητος και ειρήνης. Ακόμα και το στόμα γλυκαίνεται. Σα να έχει μέσα της μια γλυκιά καραμέλα και την πιπιλίζει διαρκώς, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", και το θέλει και το ζητάει γιατί έχει γλύκα το στόμα. Τότε βέβαια για κανέναν λόγο δεν θέλουμε να σταματήσουμε το όνομα του Χριστού. Και όταν μας διακόπτουν, για τον αλφα ή βήτα λόγο, υπάρχει βέβαια ή επιβάλλεται ανάγκη της διακοπής της ευχής, αισθανόμαστε σα να μας λείπει κάτι το πολύτιμο. Η ψυχή αισθάνεται την έλλειψη της ευχής και την αναζητά και τότε μόλις βρει την ευκαιρία ξαναρχίζει και πάλι "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Εκείνο που βοηθά βέβαια αποτελεσματικώς την ευχή είναι όταν τη λέμε με το νου, και μάλιστα κατά τη διάρκεια της νυκτός. Στην αρχή θα την λέμε δεκαπέντε λεπτά, με το ρολόι δεκαπέντε λεπτά, όρθιοι, δεν μπορούμε όρθιοι; καθιστοί. έχουμε και γεράματα, έχουμε και ανημποριές, έχουμε και αρρώστιες, και καθιστοί. Ο Θεός δεν κοιτάζει αν είσαι καθιστός στο σώμα, κοιτάζει αν κοιμάται η ψυχή σου. Όταν λοιπόν η ψυχή είναι εν εγρηγόρσει, και το καθιστό είναι αποδεκτό είναι αποδεκτό απ’ τον Θεόν, όπως και το γονατιστό για όποιον μπορεί. Πάλι για όποιον μπορεί. Δεν επιβάλλεται τίποτα με τη βία. Όποιος μπορεί και όσο μπορεί. Και ύστερα αυτά τα δεκαπέντε λεπτά να γίνουν μισή ώρα. Όταν περάσουν δυο τρείς μήνες, τέσσερεις, και που συνηθίζουμε σ’ αυτό το ημίωρο, και αρχίζει ο νους πλέον συγκεντρωμένα, να λέει την ευχή, να την απολαμβάνει, τότε αυξάνεται αυτός ο χρόνος λίγο παραπάνω. Επαναλαμβάνουμε ότι εμείς ζούμε μέσα στον κόσμο. Άλλος μπορεί να το κάνει τρία τέταρτα, άλλος μπορεί να το κάνει μια ώρα, άλλος μπορεί να το κάνει παραπάνω. Αλλά αν όμως αυτό το συνηθίσει έστω και μισή ώρα να το λέει κάθε βράδυ, είναι πολύ ευλογημένο, θάχει πολύ χάρη και πολλά αποτελέσματα θα δει.
Βέβαια θα διακόψουμε, και αν θέλουμε να συνεχίσουμε τότε μπορούμε να κάνουμε μερικές μετάνοιες. Στρωτές ή μισές, ή αν έχει περάσει η ηλικία μας, καμία. Ο Θεός μετράει τη διάθεση της ψυχής, και βλέπει μέσα σου, έχεις καρδιά καθαρή; «Καρδίαν καθαράν», λέει. Και «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Πρώτα θα μετρήσει την καρδιά σου, πρώτα θα μετρήσει το μυαλό σου, πόσο καθαρό είναι, και ύστερα θα δει τη στάση του σώματος την οποίαν θα μετρήσει ανάλογα με την ηλικία σου. Κατόπιν θα διαβάσεις Καινή Διαθήκη, θα πεις «μπορεί να με πάρει ύπνος», να σε πάρει ύπνος, αλλά να τη διαβάσεις. Μια σελίδα, μια σελίδα, δυό σελίδες, δυό. Πέντε, .. πέντε, δέκα, .. δέκα. Να διαβάσεις. Εκεί μιλάει ο Θεός σε σένα. Με την προσευχή μιλάς εσύ στο Θεό. Αν μπορείς να διαβάσεις κάποια άλλη στιγμή της ημέρας, κάποιο άλλο καλό πατερικό φιλοκαλικό βιβλίο, και αυτό βέβαια ασφαλώς θα το κάνεις. Θες να διαβάσεις μια παράκληση; Διάβασέ την. Δεν σε εμποδίζει κανένας… Θες τη Μικρή, θες τη Μεγάλη, θέλεις ενός Αγίου… Έχεις μια ανάγκη, υπάρχει μια αρρώστια στο σπίτι… Κάτι κακό συμβαίνει και θέλεις να διαβάσεις κάτι, διάβασέ το. Κάνε όμως και κομποσχοινάκι. Πάρε στο χέρι σου το κομποσχοίνι. Κράτησέ το κρυφά, μέσα στη νύχτα δε σε βλέπει κανένας. Και κάθε κόμπο λέγε: "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με","Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", δεν είναι τόσο σπουδαίο … Όλοι μας μπορούμε να το κάνουμε…
Αργότερα μπορούμε να την κάνουμε και με την αναπνοή. Εισπνέουμε «Κύριε Ιησού Χριστέ», εκπνέουμε «ελέησόν με». Εισπνέουμε, κρατούμε λίγο την αναπνοή, το λέμε πέντε φορές, και εκπνέουμε. Αλλά αυτά δεν έχουν καμιά σημασία. Δεν τα λέμε καθόλου, αν μας εμποδίζουν και μας έχουν, μας προκαλούν κάποια δυσκολία. Τα λένε αυτά στην αρχή, αυτά… Για κάνα μήνα – δυό, διότι η προσευχή δεν έχει μέθοδο. Όταν πάμε να μιλήσουμε με έναν φίλο μας, όταν πάμε να μιλήσουμε με ένα επίσημο πρόσωπο δεν έχουμε μέθοδο, ανοίγουμε την καρδιά μας και λέμε το αίτημά μας. Κύριε το παιδί μας δεν μπορεί! Σε παρακαλώ, κάν μου αυτή τη χάρη. Έτσι μιλάμε. Έτσι θα μιλάμε και στο Χριστό, χωρίς μεθόδους και χωρίς τρόπους. Αλλά πάντοτε όμως παρακλητικά και με συντετριμμένη την καρδιά.
Όταν λέμε την ευχή, φροντίζουμε να μην έχουμε μετεωρισμούς, να μη φεύγει δηλαδή το μυαλό μας πότε εδώ και πότε εκεί. Να μη χαζεύει σε εικόνες, να μη σκέφτεται απολύτως τίποτα. Να λέγει μόνον, να προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής, τίποτε άλλο.
Με απόλυτη συναίσθηση ότι αυτό που λέει, "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", το λέγει μπροστά στο Χριστό. Ο Χριστός είναι μπροστά μας, δεν είναι πίσω μας. Ούτε μακρυά στον ουρανό σε εκατομμύρια μίλια. Είμαστε ενώπιόν Του. Αν τα μάτια της ψυχής μας δεν ήταν τυφλά, θα Τον βλέπαμε, και αν ήταν βέβαια και προς το συμφέρον μας. Και με αυτή τη συναίσθηση Τον παρακαλούμε θερμά, Τον ικετεύουμε δυνατά για να μας ελεήσει και να μας σώσει, «Χριστέ μου ελέησόν με, εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με».
Η Χαναναία Τον είχε μπροστά της και φώναζε: «Ιησού Υιέ Δαυΐδ ελέησόν με, ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται».
Έτσι και μεις Τον έχουμε μπροστά μας και Τον φωνάζουμε «ελέησόν με τον αμαρτωλόν, διότι εγώ έχω μέσα μου το δαιμόνιο, τον δαίμονα ή τους δαίμονας των παθών. Εγώ έχω μέσα μου το σκοτάδι. Το σκοτάδι της αμαρτίας.
Εγώ κυριαρχούμαι από τα πάθη και υποφέρουν όλοι γύρω μου.
Εγώ φταίω για όλα.
Χριστέ μου ελέησέ με.
Άμα ελεήσεις εμένα, θα ελεήσεις και τον σύντροφο της ζωής μου.
Ελεείς τότε και τα παιδιά μου.
Ελεείς τον άρρωστο αδελφό μου που βασανίζεται απ’ τον καρκίνο.
Ελεείς και τον ξάδελφό μου τώρα που έπαθε εγκεφαλικό.
Ελεείς το παιδί μου για την αποκατάστασή του ή για να βρει εργασία.
Ελέησόν με Κύριε, γιατί ελεώντας εμένα, ελεείς και τους κληρικούς της Εκκλησίας σου. Ποιος είσαι σύ και σύ που κατηγορείς τον άλφα ή τον βήτα κληρικό; Κάνε το παιδί σου; Και συ που φωνάζεις ως άνδρας γίνε εσύ για να διορθώσεις τα κακώς κείμενα. Συ που κατηγορείς, θα το πληρώσεις. Γιατί κατακρίνεις. Και δεν έχεις το δικαίωμα γιατί δεν είσαι Θεός.
Ελέησόν με Κύριε διότι δεν έχω αληθινή μετάνοια και συντριβή. Δεν έχω. Γι’ αυτό ελέησόν με.
Δεν έχω δάκρυα παρακλητικά, ελέησόν με.
Δεν έχω ταπείνωση, ελέησόν με.
Δεν έχω πίστη, ελέησόν με.
Δεν έχω υπομονή, ελέησόν με.
Δεν πενθώ για τις αμαρτίες μου, ελέησόν με.
Δεν κλαίω, ελέησόν με.
Κι όλο αυτό το έργο θα γίνεται χωρίς φαντασίες, χωρίς μετεωρισμούς, χωρίς εικόνες, χωρίς μορφές, χωρίς ιδέες που μπορεί να σχηματίζει ο νους, είτε από τις πολλές μας παλιές συνήθειες, είτε από τις πολλές έγνοιες και τις μέριμνες και τις σκοτούρες που έχουμε, είτε από την πολλή κούραση, είτε από την ενόχληση του διαβόλου. Από πολλές αιτίες μας έρχονται οι λογισμοί στο κεφάλι μας και δεν μας αφήνουν να κάνουμε προσευχή. Εύκολα λοιπόν, πολύ εύκολα φεύγει η προσοχή μας, από την ευχή, από το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", και χάνεται ο πολύτιμος, ο πολυτιμότατος πνευματικός καρπός της. Χάνεται ο ουράνιος θησαυρός της Θείας Χάριτος.

Χριστιανοί μου, εργασία πνευματική με την ταυτόχρονη πρακτική εφαρμογή των Ευαγγελικών εντολών, μας δίδει η παρακάτω αληθινή ιστορία, του μπαρμπα Νικόλα του ψάλτου από την Καρλίκοβα της Δράμας.
Υπήρχε ένας χωρικός γύρω στο 1930, και ήταν και ψάλτης στο χωριό, αλλά ψάλτης πρακτικός. Αυτός λοιπόν πήγαινε κάθε πρωί στην εκκλησία και το βράδυ στον εσπερινό και βοηθούσε τον παπά. Άφηνε όποια δουλειά είχε, είτε στα χωράφια, είτε οπουδήποτε αλλού και πήγαινε. Ήτο φιλόξενος, ελεήμων. Όποιος χωρικός αρρώσταινε πήγαινε αυτός σαν οργώσει το χωράφι του, να το σπείρει, να το θερίσει, να του μαζέψει τα ξύλα για το χειμώνα, άμα ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε. Εκείνα τα χρόνια εύκολα χήρευαν οι άνθρωποι, είτε από την γυναίκα, που πέθαινε πάνω στις γέννες, είτε από πρόωρες ασθένειες στους άνδρες. Παντού και πάντοτε ο μπαρμπα Νικόλας βοηθούσε. Όποιος έκτιζε μάνδρα ή σπίτι πήγαινε και τον βοηθούσε. Έτρεχε και στο μαραγκό και στο σιδερά για δωρεάν βοήθεια, - αυτούς που έκαναν τις ρόδες από τους αραμπάδες εκείνης της εποχής. Ο καλός Σαμαρείτης λοιπόν σε όλους τους κατοίκους του χωριού. Και συνεχώς έψελνε. Ό,τι κι αν έκανε όλη την ημέρα έψελνε. Γλυκαινόταν δε πάρα πολύ όταν εκατοντάδες φορές έλεγε το «Κύριε ελέησον» σ’ όποιον ήχο νόμιζε ότι μπορούσε να το πει. Αλλά έλεγε το «Κύριε ελέησον». «Κύριε ελέησον», «Κύριε ελέησον». Γι’ αυτό τον είχαν βαφτίσει οι χωρικοί ο «μπαρμπα Νικόλας ο Κύριε ελέησον». Τι καλά να μας δίναν και μας ένα τέτοιο όνομα !... Ήταν δε περίπου πενήντα ετών.
Ένα βράδυ λοιπόν, όπως έκανε ολονύκτια προσευχή, βλέπει ξαφνικά να ανοίγουν τα ουράνια, να κατεβαίνουν άγγελοι και να του βάζουν, ουράνιο στεφάνι στο κεφάλι. Ο άνθρωπος είχε γαλήνη, ειρήνη, και θεϊκή ακατάληπτη ευτυχία μέσα του. Αλλά είχε την απορία. Ποιος πάνω, τι ήταν αυτό, και ποιος είμαι εγώ; Και πως γίνεται αυτό; Άντε δε βαριέσαι, όνειρο ήταν, θα περάσει. Φαίνεται αποκοιμήθηκα και το είδα έτσι. Την άλλη νύχτα κάνει πάλι προσευχή, πάλι το ίδιο θεϊκό όραμα. Την τρίτη ημέρα το ίδιο, την τετάρτη ημέρα το ίδιο, μα λέει, πρέπει να πάω να το πω στον παπα Μιχάλη.
Τρέχει λοιπόν του λέει παπά, το πρωί μετά την ακολουθία του όρθρου, το και το μου συμβαίνει.
- Τι να σου πώ, του λέει. Ίσως είναι του Θεού, ίσως είναι και του διαβόλου. Ε, ξέχασέ το καλύτερα, κάνε τη δουλειά εσύ, πήγαινε στο σπίτι σου, τούπε καλά πράγματα, αλλά φεύγοντας όμως είπε μέσα του ο παπα Μιχάλης, βρέ και μπας και από το πολύ ψάλσιμο και το πολύ διάβασμα που κάνει ο μπαρμπα Νικόλας του σάλεψε το μυαλό και τον τρέλανε ο διάολος; Μάλλον δε θάναι καλά, ας ψέλνει, αλλά καλά δεν θάναι. Μπορεί νάναι καλός άνθρωπος, να τρέχει εδώ, να τρέχει από κει, αλλά φαίνεται τον πήρε τούμπα η τρέλα.
Δεν πέρασαν μερικές ημέρες και αρρωσταίνει ο «μπαρμπα Νικόλας ο Κύριε ελέησον». Το πρώτο πράγμα που ζήτησε ήταν να εξομολογηθεί στον παπα-Μιχάλη και να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Μέχρι την τελευταία του στιγμή, έδινε τις καλές του χριστιανικές και πατρικές συμβουλές, όλες γεμάτες από αγάπη και θεία ευλογία. Και προς τα παιδιά του και προς όλους εκείνους που τον επισκέπτονταν.
Σε λίγες μέρες πέθανε. Κι όταν πέθανε όλο το χωριό βρέθηκε στην κηδεία του, γιατί ήξεραν την καλοσύνη του και γιατί πληροφορήθηκαν τις κρυφές του ελεημοσύνες, και σχεδόν όλες του τις κρυφές προσφορές, αγρυπνίες, προσευχές, συνδρομές και τα λοιπά. Όλο το χωριό πήγε στην κηδεία του. Και τον έθαψαν με πολλή συγκίνηση μακαρίζοντας την αγία του ζωή, παρά τις επιφυλάξεις του παπα Μιχάλη.
Ύστερα από δύο ακριβώς χρόνια, πέθανε ο πατέρας του παπα Μιχάλη. Σε ηλικία ενενήντα δύο ετών. Ο ιερεύς με δυο συγγενείς, μετέβησαν στο νεκροταφείο του χωριού κατά τις δέκα η ώρα το πρωί, και άρχισαν να σκάβουν ένα λάκκο δίπλα στον τάφο του «μπαρμπα Νικόλα του Κύριε ελέησον». Όσο έσκαβαν και κατέβαιναν προς τα κάτω από το πλάι και από την μεριά του τάφου του μπαρμπα Νικόλα, άρχισε να βγαίνει μια παράξενη ευωδία πολύ γλυκειά, σαν να υπήρχαν χιλιάδες λουλούδια με έντονη μυρουδιά, μυρίπνοα ουράνια άνθη, τόση άρρητη ευωδία έβγαινε από κει μέσα.
Συγκλονίστηκε ο παπα Μιχάλης και είπε φωναχτά: «Τον αδίκησα τον άνθρωπο, αυτός πράγματι ήταν άγιος, σαν τους Αγίους που προσκυνάμε στην Εκκλησία». Και φεύγοντας για το σπίτι του το διέδωσε παντού.
Άρχισαν αμέσως να καταφθάνουν οι χωρικοί, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, οι περισσότεροι όμως από περιέργεια, για να δουν τι το παράξενο συμβαίνει. Όταν όμως έφταναν στον τάφο, θαύμαζαν έκπληκτοι, την πρωτοφανή ευωδία που εξήρχετο τόσο άφθονη από τον τάφο του «μπαρμπα Νικόλα του Κύριε ελέησον» και δε χόρταιναν να την απολαμβάνουν δοξάζοντας τον Θεό του διδόναι τοιαύτα τοις ανθρώποις.

Αυτά είναι τα θαυμάσια της πίστεώς μας, και της αληθινής κατά Χριστόν, ζωής, προσφοράς και θυσίας. Πρώτα ο πνευματικός αγώνας, πρώτα η πρακτική τήρησις των εντολών και δη της αγάπης, μαζί με την συμμετοχή στα πανάγια μυστήρια, την αδιάλειπτη προσευχή και το ταπεινό φρόνημα, και ύστερα οι αμοιβές, και τα δώρα του Αγίου Θεού.

Η ιστορία του κεχαριτωμένου αυτού απλού χριστιανού, του «μπαρμπα Νικόλα του Κύριε ελέησον» χριστιανοί μου, μας φανερώνει τις πιο μεγάλες αλήθειες της πίστεώς μας. Προηγείται η εφαρμογή του θελήματος του Θεού. Η πράξις και τα έργα των Ευαγγελικών εντολών. Η Συμμετοχή στα μυστήρια. Και ύστερα ακολουθεί η ενέργεια της προσευχής στην καρδιά. Αν δεν αιχμαλωτίζουμε καθημερινά παν νόημα στην υπακοή του Χριστού, και κάθε σκέψη μας και κάθε ενέργεια της ζωής μας σ’ αυτήν την υπακοή, οι προσευχές μας θα είναι άκαρπες, στείρες και μουχλιασμένες.

Θυμώνεις; Νευριάζεις; Ταράζεσαι; Χάθηκε η προσευχή.
Κατακρίνεις, ιδίως το ράσο; Τότε όχι μόνον αχρηστεύεται η προσευχή σου, αλλά μολύνεται και θανάσιμα, κολάζεται.
Ζηλεύεις; Φθονείς; Θυμάσαι το κακό που σου έκαμε ο συγγενής σου, ο φίλος, ο γείτονας, ο συνάδελφος; Και τον μνησικακείς; Τάχασες όλα.
Εκδηλώνουμε τον εγωισμό μας; Η προσευχή μας δε εισακούεται.
Έχουμε κρίσεις και ορέξεις λαιμαργίας, φιλαργυρίας, φιληδονίας; Τότε ψυχραίνεται η καρδιά μας και μας εγκαταλείπει η χάρις του Θεού.
Και χωρίς χάρη προσευχή αληθινή δεν γίνεται.
Έτσι λοιπόν οι σαρκικές και βλάσφημες σκέψεις, η απερίσκεπτη μέριμνα και το άγχος, η αγάπη για τα εγκόσμια, ο πολύς ύπνος, η ακράτεια της γλώσσης, η ραθυμία και η ακηδία, η ασυδοσία των πέντε αισθήσεων και η κατάκρισις και άλλα πολλά πολλά πολλά, αρρωσταίνουν την ψυχή, εξασθενούν τη θέληση, σκοτίζουν τον νουν, και αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε την πιο μικρή μας προσευχή. Δεν μπορούμε να πούμε ούτε το «Πάτερ ημών». Ούτε να πούμε "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", διότι ουδείς δύναται ειπείν, «Κύριον Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι Αγίω». Άρα προηγείται η κάθαρσις από όλα τα πάθη, ή πρέπει να βρισκόμαστε στο δρόμο της προσπάθειας για να καθαριστούμε από τις αδυναμίες μας, και με τον σκληρό πνευματικόν αυτόν αγώνα που κάνουμε, και ύστερα να ακολουθήσει σιγά σιγά η θέρμη της καρδιάς και η νοερά ενέργεια αυτής της ευχούλας που λέμε, που μπορούμε να πούμε όσο το δυνατόν συχνότερα, το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με". Τότε αυτού του είδους η προσευχή, μαζί με την Θεία Κοινωνία, γίνεται φάρμακο αθανασίας. Και γεύσις αιωνιότητος, και γεύσις Παραδείσου και θείας μακαριότητος.
Γι’ αυτό "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", παντού και πάντοτε. Είτε φωναχτά, είτε ψιθυριστά, είτε με το μυαλό μας, από μέσα μας δηλαδή, με το νου μας. Ναι στο "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", αλλά με τις οδηγίες του πνευματικού και με τη δική σας προσωπική ακρίβεια στην εξαγόρευση των λογισμών και των σκέψεων, των διαθέσεων και των τάσεων και όσα κινούνται στο χώρο της καρδιάς όταν λέγεται η ευχή. Ναι λοιπόν στην ευχή αλλά πρώτα στην προφορική. Οι κίνδυνοι από τον διάβολο ή από τις κινήσεις των παθών μας είναι πάρα πολλοί.

Ο μεγάλος ασκητής – βρε πως πέρασε η ώρα – και Άγιος ο όσιος Κύριλλος ο Φιλεώτης διηγείται ο ίδιος το εξής περιστατικό.
Κατά την διάρκειαν μιας νυχτερινής του προσευχής στο κελάκι του, αγρυπνώντας τη νύχτα, όταν ήταν αρχάριος, νεαρός μοναχός και ασκητής, ξαφνικά μπροστά του εμφανίστηκε το εσωτερικόν ενός ωραίου ναού, εντός του οποίου λειτουργούσε ένας πολύ γνωστός και ξακουστός ασκητής ιερεύς, ερημίτης.
Τον βλέπει να βγαίνει στην Ωραία Πύλη και χωρίς να πει «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης» κάλεσε λοιπόν τον όσιο Κύριλλο, τον απλό τότε Κύριλλο να κοινωνήσει.
- Έλα Κύριλλε, του λέει, να κοινωνήσεις, έλα.
Πηγαίνοντας προς τον ιερέα, χωρίς να το καταλάβει βέβαια, πώς κινήθηκε προς τα εκεί για να μεταλάβει, από τη συνήθεια που είχε και από τον φόβο τον πολύ, έκαμε το Σταυρό του λέγοντας, «Χριστέ μου, σε μένα τον ανάξιο», έ, βροντή γέγονεν, έγινε φοβερή βροντή, κεραυνός εν αιθρία, όπως θα λέγαμε, και τα πάντα διελύθησαν μέσα σε καπνό και απαίσια δυσοσμία. Βρώμισε όλο το κελί. Άνοιξε τις πόρτες και τα παράθυρα να φύγει η βρωμιά.
Γιατί όμως; Ποιο είναι το γιατί. Γιατί αυτή η σατανική οπτασία; Με τέτοιο μάλιστα θανάσιμο κίνδυνο να χάσει και την ψυχή του. Κάθισε λοιπόν και ζόρισε το μυαλό του, και θυμήθηκε ότι κάπου άφησε το μυαλό του, σε κάποιες φαντασίες που το ενόχλησαν, να κάνει κάποιες κάποιες πολύ πολύ πολύ μικρούτσικες συγκαταθέσεις. Και επειδή ήταν ακόμα αρχάριος, θέλησε να το εκμεταλευτεί ο διάβολος και να τον ρίξει σε παγίδα ώστε να τον κάνει να τον προσκυνήσει και να τον δαιμονοποιήσει.
Προσοχή λοιπόν, εκείνο που μας φυλάσσει αποτελεσματικά είναι η ακριβής εξομολόγησις, η μνήμη του θανάτου, το ταπεινό φρόνημα, το να μην μετεωρίζεται ο νούς μας, και να θυμώμαστε πάντοτε ότι όταν φωνάζουμε το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με", το φωνάζουμε και το λέμε μπροστά στο Χριστό, παρόντος.

Με το σημερινό κήρυγμα θάθελα να σας πω και άλλα πολλά, αλλά ήδη πέρασαν, κοντεύουν 55 λεπτά, αν σας εκούρασα συγγνώμην, με το σημερινό όμως κήρυγμα, δεν θέλουμε και δεν επιθυμήσαμε βέβαια, να κάνουμε μια συστηματική προσφορά της νοεράς προσευχής, που ξεκινά με την προφορική επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού, αλλά ήθελα να σας κάνω ένα εγερτήριο σάλπισμα, να σας ξεσηκώσω πνευματικά, όλους σας, για να αρχίσετε να λέτε την ευχούλα.

Εδώ βέβαια θα σταματήσουμε παρόλον που είχα σκοπό να πω και άλλα πάρα πολλά πράγματα. Αλλά θα τα πούμε όμως άλλη φορά. Θα συνεχίσουμε. Διότι με την φτωχή αυτή ομιλία, δεν τελειώνουν ποτέ, τα κηρύγματα για την ευχή και πολύ περισσότερο για την νοερά καρδιακή προσευχή. Θα υπάρξουν και συνέχειες, στην κατά δύναμιν υγεία μου, και στο φωτισμό που θα μου δώσει ο Θεός. Εδώ τελειώσαμε λέγοντας
«Αμήν».

Η αληθινή μετάνοια κατά τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Ιερό Χρυσόστομο μέ εκτενή εισαγωγή γιά λανθασμένους τρόπους εξομολογήσεως Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ




Αδελφοί και πατέρες, χριστιανοί μου, θα σας ομιλήσω με όσο το δυνατόν περισσότερο απλά λόγια, και θα αποφύγω τα υψηλά πνευματικά νοήματα. Όσο μπορώ.

Κάποιος νέος κάποτε, ζώντας ακόλαστη ζωή, θέλησε κάποια Κυριακή να πάει στην εκκλησία, από περιέργεια. Στο κήρυγμά του ο λειτουργός ιερέας μίλησε για τη μετάνοια. Ο νέος συγκλονίστηκε τόσο πολύ, τόσο βαθειά, ώστε αποφάσισε να αλλάξει ζωή. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ζήτησε να εξομολογηθεί.
Εξομολογήθηκε και την επομένη αποσύρθηκε στην ερημική του εξοχική κατοικία και έκλαιγε νύχτα μέρα για τις αμαρτίες του. Κατά παράδοξο, όμως, τρόπο δεν μπορούσε να παρηγορηθεί.
Μια νύχτα σαν σε όραμα βλέπει τον Κύριο, τριγυρισμένο από ουράνιο φως και με καλοσύνη, τον ρωτάει με την γλυκύτατη εκείνη φωνή Του:
- Τι έχεις παιδί μου και κλαις με τόσο πόνο;
- Κλαίω, Κύριε, γιατί έπεσα.
«Έπεσα», είπε με απόγνωση ο αμαρτωλός νέος.
- Ε, τότε σήκω.
- Δεν μπορώ μόνος Κύριε…
Τότε άπλωσε το θεϊκό Του χέρι ο Βασιλεύς της αγάπης, ο φιλάνθρωπος Κύριος, και τον βοήθησε να σηκωθεί. Εκείνος, όμως, δεν σταμάτησε να κλαίει…
Και τον ρωτάει ο Κύριος.
- Τώρα γιατί κλαίς;
- Πονώ, Χριστέ μου, γιατί σε λύπησα. Ξόδεψα τον πλούτον των χαρισμάτων σου και τα νιάτα μου στις ασωτείες.
Έβαλε τότε με στοργή το χέρι Του ο φιλάνθρωπος Δεσπότης στο κεφάλι του πονεμένου αμαρτωλού και του είπε με πολλή ιλαρότητα.
- Αφού για μένα κλαις τόσο πολύ και’γω ξέχασα όλες σου τις αμαρτίες.
Ο νέος σήκωσε τα μάτια του για να ευχαριστήσει τον Σωτήρα του Χριστόν, μα Εκείνος είχε εξαφανιστεί.
Λυτρωμένος πλέον από το βάρος της αμαρτίας και αναγεννημένος επέστρεψε στο σπίτι του. Από τότε έγινε το πιο λαμπρό παράδειγμα ενός πιστού χριστιανού, μέσα και έξω απ’ το σπίτι του, με λόγια και με έργα.

Χριστιανοί μου, αυτή η ιστορία, έχει να μας διδάξει πολλά.
Και το πρώτον είναι η ανάγκη του τακτικού εκκλησιασμού από όλα τα μέλη της οικογένειας. Διότι η Θείας Λειτουργία με τις ιερές ψαλμωδίες, τα αναγνώσματα, το κήρυγμα, και ειδικά την Θεία Κοινωνία, παρέχουν τις προϋποθέσεις της σωτηρίας μας. Ο λόγος του Θεού που ακούγεται είναι ο σωτήριος σπόρος που σπέρνεται στις καρδιές των χριστιανών. Και αν μεν η καρδιά αποδειχθεί γη αγαθή, τότε ο σπόρος μεγαλώνει και αποδίδει καρπούς μετανοίας, τριάκοντα, εξήκοντα, εκατό.

Μετάνοια σημαίνει, μετάνοια σημαίνει ολοκληρωτική αλλαγή της ζωής μας. Την άρνηση της αμαρτίας με όλη μας την καρδιά. Μίσος για το διάβολο. Τα πάθη μας και τις αδυναμίες μας, δυνατή απόφαση να μην ξαναπέσουμε στα ίδια. Να αισθανθούμε ως αμαρτωλοί ότι ζούμε σ’ ένα στάβλο μαζί με τους χοίρους. Απέναντι δε από το στάβλο, βρίσκεται η πολυτελής βίλα του πατέρα μας.
Και τότε να πούμε : «Μα καλά τρελλάθηκα; Εδώ ο πατέρας μου έχει ένα παλάτι με όλα τα αγαθά και γω κάθομαι εδώ μέσα στις βρωμιές, μέσα στην κοπριά. Γυρίζω πίσω. Επιστρέφω, δηλαδή, στο σπίτι. Συμφιλιώνομαι με το Θεόν Πατέρα μου και με το κάθε αδελφό που έβλαψα και αρχίζω μια καινούργια ζωή, αναγεννημένος πλέον και δεδικαιωμένος».
Άρα με τα έργα μετανοεί ο χριστιανός και όχι με τα λόγια.
«Όλοι οι πνευματικοί, όλοι μαζί οι Πατριάρχες, όλοι οι Αρχιερείς, και ο όλος ο κόσμος να σε συγχωρέσουν είσαι ασυγχώρητος, αν δεν μετανοήσεις έμπρακτα», λέγει ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.
Εάν, δηλαδή, δεν μισήσουμε την αμαρτία, και αν δεν πονέσουμε για το κακό που κάναμε στην ψυχή μας και στις ψυχές των άλλων, προσέξτε το αυτό, και στις ψυχές των άλλων κάνουμε ζημιά με τη δική μας αμαρτία, και δεν αλλάξουμε ζωή, τότε η μετάνοιά μας δεν είναι αληθινή. Δεν είναι τίποτα.

Εδώ, όμως, αδελφοί μου πρέπει να αναφέρουμε μερικούς τρόπους εξομολογήσεως χριστιανών, που δεν είναι καθόλου σύμφωνα με το πνεύμα του μυστηρίου της Ιεράς Εξομολογήσεως.
Πρώτον: Η εξομολόγησις δεν είναι φιλική συζήτησις με τον πνευματικό. Ούτε μπορούμε να ρθούμε και να καθίσουμε μπροστά του, καθήμενοι σταυροπόδι.
Δεύτερον: Δεν είναι ξερή απαρίθμησις αμαρτημάτων που αναφέρονται σε μια κόλλα χαρτί. «Είμαι αυτό, είμαι εκείνο, είμαι εκείνο, είμαι εκείνο, είμαι το άλλο, είμαι το άλλο, είμαι το άλλο, το άλλο…». Αυτό δεν είναι Εξομολόγησις!
Τρίτον: Δεν είναι αναφορά των καλών μας έργων.
Τέταρτον: Δεν είναι μετάθεσις της ευθύνης στους άλλους. Γιατί στην ουσία εξομολογούμαστε τις αμαρτίες των άλλων και όχι τις δικές μας.
Πέμπτον: Υπάρχει μια κατηγορία χριστιανών που είναι όλο δικαιολογίες. Είναι μεν αμαρτωλοί, ναι μεν έπεσαν σε σοβαρά λάθη, στην άλφα ή στην βήτα θανάσιμη ή μη αμαρτία, αλλά φταίνε πάντοτε οι άλλοι, φταίνε οι περιστάσεις, φταίει η κακιά τους τύχη, φταίνε τα μάγια που τους έκαναν οι άλλοι, φταίει ακόμα και η κακή συνήθεια. Αυτοί δεν φταίνε ποτέ. Είναι καλοί άνθρωποι. Αγαπάνε όλο τον κόσμο αλλά αμάρτησαν γιατί φταίνε οι άλλοι. Έχουν, είναι αλήθεια, πολλές και καλές δικαιολογίες, και μερικές είναι και πολύ λογικές. Αλλά, χριστιανοί μου, η δικαιολογία είναι δικαιολογία. Δεν είναι αναγνώρισις του σφάλματος που ξεκινάει από τον ίδιο τον εαυτόν μας. Η δικαιολογία, λένε οι Πατέρες, είναι ο δικηγόρος του διαβόλου. Θέλετε να το επαναλάβω; Όσοι δικαιολογούμαστε στην εξομολόγηση καλούμε τον διάβολο συνήγορο. Γι’ αυτό, όποιος δικαιολογείται, ούτε σωστή εξομολόγηση κάνει, ούτε αληθινή μετάνοια έχει.
Έκτον: Δεν είναι, επίσης, εξομολόγησις το να ζητάμε να μας διαβαστεί η συγχωρητική ευχή, χωρίς να εξομολογηθούν, και αυτό διότι πιστεύουν ότι δεν έχουν αμαρτίες. Ή άμα δεν έχουν αμαρτίες, αν δεν έχουν αμαρτήσει, δεν τους χρειάζεται και η ευχή. Εάν είναι άγιοι, να τους βάλουμε και μια μετάνοια.
Έβδομον: Δεν υπάρχει μετάνοια, όταν οι εξομολογούμενοι αντιδρούν στις υποδείξεις του πνευματικού για κάποια αποχή από τη Θεία Κοινωνία, για εγκράτεια και προσευχή, για λογική νηστεία, για εκκλησιασμό, για μικρό πνευματικό αγώνα και λοιπά.
Όγδοον: Άλλοι πάλι το έχουν δίπορτο και για να μην το πω και τρίπορτο. Όποια γνώμη ή συμβουλή τους βολεύει, αυτή και ακολουθούν διότι πηγαίνουν σε δυο και τρείς πνευματικούς. Από τις αντικρουόμενες όμως οδηγίες των δύο πετραχηλίων δημιουργείται ψυχική ακαταστασία, που αποτελεί άμεσο κίνδυνο για τη σωτηρία τους.
Ένατον:Υπάρχουν και αρκετοί χριστιανοί, που αναζητούν πνευματικούς με προορατικά, με διορατικά ή και με προφητικά χαρίσματα. Εξαιτίας δε αυτών των λανθασμένων αναζητήσεων, ο πατήρ Εφραίμ ο Κατουνακιώτης έλεγε τα εξής, προσέξτε το τι έλεγε: «Με την ευχή του διαβόλου και την κατάρα του Θεού, βγήκε γύρω από το όνομά μου η φήμη, ότι είμαι άγιος, και από τότε έχω χάσει την ησυχία μου». Το επαναλαμβάνω: «Με την ευχή του διαβόλου και την κατάρα του Θεού βγήκε η φήμη ότι είμαι άγιος». Άρα, αυτού του είδους οι χριστιανοί δεν ενδιαφέρονται για την σωτηρία της ψυχής των, δια μέσου της αληθινής μετανοίας, αλλά ψάχνουν να βρούν μαγικές λύσεις για τα προβλήματά τους, ή για να καμαρώνουν, για τον άγιο πνευματικό που έχουν. Μα όσο πιο πολύ άγιος είναι ο πνευματικός, τόσο και περισσότερο μεγαλώνουν οι ευθύνες μας απέναντι στον Άγιο Θεό.

Τα παραδείγματα που αναφέραμε, είναι αρκετά, υπάρχουν και άλλα, αλλά θα φανεί ότι θίγω ορισμένους εξ ημών. Εκείνο που μας ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι η αληθινή μετάνοια. Η συναίσθησις της αμαρτωλότητος και της αθλιότητός μας, αδελφοί μου, μπορεί να μας έρθει και εντελώς απροσδόκητα, ύστερα από ένα κήρυγμα. Ή ύστερα από ένα συνταρακτικό γεγονός, είτε σε μας προσωπικά το γεγονός αυτό, είτε στην οικογένειά μας. Και αυτό μπορεί να μας δημιουργήσει σεισμόν μετανοίας. Αληθινής μετάνοιας, που για να διατηρηθεί με σοβαρότητα, χρειάζεται αρκετός χρόνος, κόπους, θυσίες, άσκηση, πολλά καυτά δάκρυα, και αγώνα πνευματικό μέρα νύχτα και πάντοτε κάτω από την Χάριν του Αγίου Θεού. Ολοκληρώνεται δε και πραγματοποιείται με υπομονή πολλή και μυστικά στην καρδιά του μετανοούντος χριστιανού.
Αρχίζει δηλαδή καθημερινός σκληρός αγώνας, για να κοπούν οι κακές συνήθειες. Μετανόησες, συγχωρέθηκες, τις συνήθειες να κόψεις τώρα.
Να μαραθούν και να ξεριζωθούν τα πάθη.
Να εξαγνισθούν οι πέντε αισθήσεις.
Να περιορισθούν οι προσβολές των ακαθάρτων λογισμών απ’ τη Χάρη του Θεού.
Να δημιουργηθούν νέες καλές συνήθειες.
Να πυκνώσει η συνειδητή συμμετοχή στα δύο σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας μας και να αλλάξει ολόκληρος ο άνθρωπος ψυχοσωματικά.

Μετάνοια και εξομολόγησις είναι ακόμα χριστιανοί μου, ένα ξέρασμα. Ξέρασμα πνευματικό. Ξερνάμε με πόνο ψυχής όσο δηλητήριο έχουμε πιεί, ό,τι σάπιο έχουμε φάει. Στην εξομολόγηση δηλαδή ξερνάμε το δηλητήριο της αμαρτίας. Και αν αυτό το δηλητήριο της αμαρτίας δεν το αποβάλουμε αμέσως, υπάρχει κίνδυνος να μη γιατρευτούμε ποτέ και να πεθάνουμε μια για πάντα.
Μετά, όμως, από το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως, απαιτείται άμεση συντηρητική αγωγή με τα φάρμακα που χορηγεί το μεγάλο θεραπευτήριο της Εκκλησίας μας.

Αν τυχόν πάλι η Εξομολόγησή μας δεν είναι ειλικρινής, και ολοκληρωμένη, αυτό σημαίνει δύο πράγματα.
Ή λέμε τις μισές αλήθειες γιατί φοβόμαστε να δούμε ποιος είναι ο πραγματικός εαυτός μας, από ντροπή; πιθανόν
ή που ασυνείδητα θέλουμε να συνεχίσουμε την αμαρτία. Αυτό, όμως, είναι εμπαιγμός του μυστηρίου και «Θεός ου μυκτηρίζεται». Αυτή η τακτική, δυστυχώς, γίνεται αφορμή στο να επιστρέφουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε στα ίδια σκοτάδια της αμαρτίας και ανατρεφόμαστε ηδονικά, από την πληθώρα των παθών μας. Δεν θέλουμε, δηλαδή, να δούμε τον παλιάνθρωπο που κρύβουμε μέσα μας. Έναν άνθρωπο γεμάτο εγωισμό. Υπερηφάνεια και φιλαυτία. Έναν πεισματάρη, γεμάτο θυμό και οργή. Έναν άνθρωπο γεμάτο κακίες και αισχρότητες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην έχουμε τη συντριβή της μετανοίας. Άρα η εξομολόγησίς μας δεν είναι εξομολόγησις. Απλώς ξεγελάμε τον εαυτόν μας.
Ο Θεός, όμως, που δεν θέλει το θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζείν αυτόν, επεμβαίνει πολλές φορές με τρόπους δυναμικούς, και συχνά οδυνηρούς, για να μας φέρει στα σύγκαλά μας, να μας φωτίσει και να μας βάλει μυαλό.
Δηλαδή, η Θεία Χάρις ξυπνά την κοιμισμένη ή πωρωμένη συνείδησή μας και ενεργοποιείται η προαίρεσίς μας ξανά για μια νέα αρχή, για ένα καινούργιο αγώνα ειλικρινούς μετανοίας.

Ας έχουμε όμως υπόψη μας, ότι όλοι εμείς οι αγωνιζόμενοι πιστοί ορθόδοξοι χριστιανοί είμαστε μέλη του θεανδρικού σώματος της Εκκλησίας του Χριστού, με ατέλειες και αδυναμίες που τείνουμε εργαζόμενοι τις Ευαγγελικές εντολές απ’ το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν. Στο σκοπό αυτό ή στην προσπάθεια αυτήν, πρέπει ο ένας να βοηθάει τον άλλον, ως μέλη της αυτής οικογένειας. Άλλωστε αυτό το συνιστά και ο αγιογραφικός λόγος, λέγοντας «Αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος, ως πόλις οχυρά» και όχι να καταδικάζουμε ή να κατακρίνουμε ο ένας τον άλλον για τις τυχόν φανερές του αδυναμίες και πτώσεις.
Και ας μην ξεχνάμε ότι επειδή είμαστε όλοι αμαρτωλοί και φέρουμε μέσα μας την ανθρωπίνη πεπτωκεία φύση, την πεσμένη φύση μας, στο σφάλμα που έπεσε σήμερα ο αδελφός, αύριο μπορεί να πέσουμε εμείς. Το βεβαιώνει και μια λαϊκή παροιμία που μας λέγει: «Το δένδρο που περιγελάς, στην πόρτα σου φυτρώνει».
Κατακρίνοντες, λοιπόν, τον πλησίον, τον συγκρίνουμε με τον εαυτό μας, και αυτό μας παρασέρνει, μας παρασύρει στην πλάνη της αυτοδικαιώσεως. Αναφερόμενοι δε συνεχώς στα δικά μας δήθεν καλά έργα, φτάνουμε στο σημείο να πιστεύουμε ότι και ο Θεός είναι υποχρεωμένος απέναντί μας. Ούτε λίγο ούτε πολύ μας χρωστάει και τον Παράδεισο.
Η ζωή, όμως, είναι γεμάτη βάσανα και θλίψεις. Και όταν αυτές έρθουν στο σπιτικό μας, αμέσως γογγύζουμε και τα βάζουμε με το Θεόν λέγοντας: «Μα εγώ στη ζωή μου έκανα μόνο καλά. Γιατί να μου στείλει ο Θεός αυτό το κακό;» ή «τι του έφταιξα του Θεού και με βασανίζει τόσο πολύ; Μήπως οι άλλοι είναι καλύτεροι; Κοιτάξτε εκείνους. Στο Θεό δεν πιστεύουν. Εκκλησία δεν πηγαίνουν. Κλέφτες είναι, εργοστάσια έχουν, όλα τους πάνε καλά». Λέγονται και άλλα πολλά που δεν χρειάζονται να αναφερθούν, αυτά είναι αρκετά σαν παραδείγματα.
Δυστυχώς ξεχνάμε ότι ο Θεός δεν μας έταξε καλοπέραση αλλά σταυρό και θλίψεις όπως και ο ίδιος τα υπέμεινε. «Εν τω κόσμω τούτω θλίψιν έξητε». «Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν». «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνισάσθω εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτού καθ’ ημέραν, καθ’ ημέραν, και ακολουθήτω μοι».

Ας επανέλθουμε, όμως, στην αληθινή μετάνοια και μάλιστα όπως την βλέπει ο Μέγας Βασίλειος. Ο ουρανοφάντορας αυτός Άγιος χαρακτηρίζει την αμαρτία σαν αρρώστια της ψυχής, και προτείνει για φάρμακο γιατρειάς την μετάνοια.
«Για την αμαρτία σου να κλαις», λέγει ο Άγιος, «διότι αυτή είναι εκείνη που συντελεί στην αρρώστια της ψυχής σου, ακόμη και στον αιώνιο θάνατό της». Η αμαρτία σου είναι άξια πένθους και ασιγήτων στεναγμών. Μακάρι για τις αμαρτίες σου να χύνεις κάθε μέρα δάκρυα μετανοίας και να μη σταματά να ανεβαίνει από το βάθος της καρδιάς σου ο στεναγμός.
Και ερωτώ κι εγώ, αν όλοι οι άγιοι κλαίνε για τις ασήμαντες αμαρτίες τους, εγώ κι εσύ τι πρέπει να κάνουμε;
Κι ο Άγιος συνεχίζει: «κι ο απόστολος Παύλος έκλαιγε αφού εδίωξε την εκκλησίαν του Χριστού και ομολογούσε συντετριμμένος ότι ο Θεός αμαρτωλούς ήλθε να σώσει, ο πρώτος ειμί εγώ. Δεν έλεγε ήμουν, αλλά είμαι, είμαι αμαρτωλός.

Κάνοντας όμως μια παρένθεση λέμε ότι στον ικετήριο κανόνα του Ιησού Χριστού, που βρίσκεται στο Ωρολόγιον το Mέγα, στο τέλος υπάρχει μια προσευχή που την απευθύνει παρακλητικά προσευχόμενος στον Κύριο και λέγει: «Χάρισέ μοι Κύριε τω πολλά σοι πταίσαντι δάκρυα κατανύξεως διότι ουκ έχω μετάνοιαν, ουκ έχω κατάνυξιν, ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν». Και πιο κάτω: «Δώρησαί μοι μετάνοιαν ολόκληρον, και καρδίαν επίπονον εις αναζήτησίν Σου».
Και ο Μανασσής στην προσευχή του παρακαλώντας τον Θεόν μεταξύ των άλλων λέγει: «Συ ουν Κύριε έθου μετάνοιαν επ’ εμοί τω αμαρτωλώ, διότι ήμαρτον υπέρ αριθμόν ψάμμου θαλάσσης. Επλήθυναν οι ανομίαι μου, Κύριε, επλήθυναν αι ανομίαι μου, και ουκ ειμί άξιος ατενίσαι ειδείν το ύψος του ουρανού από το πλήθος των αδικιών μου. Ημάρτηκα Κύριε, ημάρτηκα, και τα ανομίας μου εγώ γινώσκω». Η προσευχή αυτή του βασιλέως Μανασσή υπάρχει στο Μεγάλο Απόδειπνο.
Άρα η αληθινή μετάνοια χαρακτηρίζεται με τα λίγα που είπαμε, από τα παρακλητικά δάκρυα, την συντετριμμένη ομολογία, την κατάνυξη και τους στεναγμούς.

Από τότε, αδελφοί μου, που έπεσαν οι Πρωτόπλαστοι, μέχρι και της Δευτέρας του Χριστού Παρουσίας, όλα αυτά τα χιλιάδες χρόνια, ονομάζονται από τον Μέγα Βασίλειο αιώνας της μετανοίας. Η αμαρτία μοιάζει με τη σκιά του ανθρώπου. Όπως, λοιπόν, μας ακολουθεί η σκιά, μέχρι το θάνατόν μας, έτσι και η αμαρτία δεν ξεκολλάει από πάνω μας παρά μόνον όταν πεθάνουμε. Άρα η μετάνοιά μας, οφείλει να είναι καθημερινή και διαρκής, δηλαδή σε όλη μας τη ζωή.
Και επί λέξη λέγει τα εξής ο Μέγας Βασίλειος: «Ο αιώνας της παρούσης ζωής είναι αιώνας μετανοίας, ενώ της άλλης ζωής, είναι της ανταποδόσεως. Αυτός ο τωρινός, της υπομονής. Και κείνος της παρακλήσεως.»

Τη μετάνοια, χριστιανοί μου, τη συνιστούσε ο Άγιος και στους ιερείς της επαρχίας του, κάνοντας ταυτόχρονα και μια ομολογία. Εύχομαι σε όλους σας να ζείτε με δάκρυα και διαρκή μετάνοια επειδή και γω δεν κάνω τίποτε άλλο από το να παρακαλώ το Θεό για τις αμαρτίες μου.
Και δω μπαίνει το ερώτημα: Αν ένας Μέγας Βασίλειος παρακαλούσε συνεχώς το Θεόν για τις αμαρτίες του, είχε, δηλαδή, συνεχή μετάνοια, εμείς οι άμοιροι, και δυστυχείς, τι πρέπει να κάνουμε; Και προπαντός εμείς οι ιερείς;
Αυτό το βλέπουμε και σε άλλους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, που και στο τέλος ακόμα της ζωής των, ζητούσαν μικρή παράταση αυτής της ζωής, για να βάλουν μια καινούργια αρχή μετανοίας, για να την καλλιεργήσουν ακόμα περισσότερον. Παράδειγμα ο Μέγας Σισώης.

Έλεγαν, λοιπόν, για τον Άγιο Σισώη ότι, όταν επρόκειτο να πεθάνει και μαζεύτηκαν οι πατέρες της σκήτης γύρω απ’ το ξυλοκρέβατο, έλαμψε το πρόσωπό του σαν τον ήλιο και τους λέγει: «Να, ήλθε ο αββάς Αντώνιος». Και μετά από λίγο, «να ηλθε η χορεία των προφητών». Και πάλι το πρόσωπό του έλαμψε περίσσεια και είπε: «Να,ήλθε και ο χορός των δώδεκα Αποστόλων». Και έλαμψε το πρόσωπό του πάλι, ακόμα πιο πολύ από θεϊκή λαμπρότητα. Και κάτι ψιθύριζε, σα να μιλούσε με κάποιους. «Με ποιόν μιλάς Αββά;» Τον ρώτησαν. Και κείνος απάντησε: «Να, ήλθαν οι άγγελοι να με πάρουν, και τους παρακαλώ να με αφήσουν για να μετανοήσω λίγο ακόμη».
Το επαναλαμβάνω, ο Μέγας Σισώης, ο μεγάλος αυτός πατέρας και όσιος της Εκκλησίας μας, ζητούσε από τους αγγέλους να τον αφήσουν να ζήσει λίγο ακόμα, για να μετανοήσει.
Και του λέγουν οι γέροντες: «Δεν έχεις ανάγκη να μετανοήσεις Αββά». Και τους είπε ο μεγάλος αυτός Άγιος: «Σας βεβαιώνω ότι δεν βλέπω να έχω κάμει ακόμη αρχή».
Και τότε πληροφορήθηκαν όλοι τους, ότι ο Αββάς Σισώης είναι τέλειος, άγιος. Και πάλι ξαφνικά, το πρόσωπό του έλαμψε σαν τον ήλιο, και φοβήθηκαν όλοι και τους λέγει: «Βλέπετε; Ήλθεν ο Κύριος και λέγει “Φέρτε μου το σκεύος της ερήμου”» και αμέσως παρέδωσε το πνεύμα. Και έγινε σαν αστραπή και γέμισε όλο το κελί από υπερκόσμιο φως, και γλυκυτάτη ευωδία.
Έτσι αδελφοί μου, επιβεβαιώνεται ακόμη και από τους αγίους η ανάγκη, της αληθινής μετανοίας μέχρι το τέλος της ζωής μας. Γιατί μετάνοια δεν έχουμε.
Δεν έχουμε.

Ένα άλλο βασικό θέμα που επισημαίνεται, όχι μόνον απ’ τον Μέγα Βασίλειο, αλλά και απ’ τους άλλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι το θέμα της απογνώσεως και απελπισίας. Και αν σ’ αυτήν προσθέσουμε και τις ενοχές, τότε η ψυχική κατάστασις του πεσμένου αμαρτωλού γίνεται τραγική. Και αυτό διότι σκοτίζεται ο νούς, θολώνει το μυαλό και μειώνονται κατά πολύ οι ψυχικές μας αντιστάσεις.
Εδώ μας βρίσκει ο διάβολος και διά μέσου των λογισμών μας λέγει συνεχώς: «Για σένα πλέον δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν υπάρχει ελπίδα να σωθείς. Δεν υπάρχει ελπίδα, άδικα αγωνίζεσαι καημένε! Ο ίδιος είσαι πάλι! Κοροϊδεύεις τον Θεό. Ο Θεός σε σιχάθηκε!» Και άλλα παρόμοια τέτοια.
Με τις ενοχές, τις τύψεις και την απελπισία, δεν καλλιεργείται ποτέ η μετάνοια.
Πιο, όμως, είναι το βαθύ και αληθινό συναίσθημα της μετανοίας; Η λύπη!

Ο Άσωτος γιος της γνωστής παραβολής, που είπεν ο Κύριος, δεν αισθάνεται ενοχές. Ούτε και τον πιάνει η απελπισία. Νοιώθει μονάχα βαθειά λύπη.
Λύπη για την κατάστασή του.
Λύπη γιατί έθλιψε και πόνεσε τον Πατέρα του.
Λύπη γιατί δεν στάθηκε άξιος της αγάπης του πατρός του.
Είναι όμως βέβαιος πως ο πατέρας του εξακολουθεί να τον αγαπά. Έχει την βεβαιότητα ότι θα τον ξαναδεχθεί έστω και σαν δούλο. Γι’ αυτό και αποφασίζει να επιστρέψει στο πατρικό του σπίτι κοντά στον Πατέρα του και δεν διαψεύδεται.
Ας δούμε όμως επ’ αυτού, τι μας λέγει ο Μέγας Βασίλειος. «Άραγε ποιο είναι το όριο των αμαρτιών που μπορεί να ελπίζει ο αμαρτωλός στη φιλανθρωπία του Θεού, μέσω της μετανοίας του;» Ερωτά ο ίδιος ο Άγιος και ο ίδιος απαντά ως εξής: «Εάν είναι δυνατόν να αριθμήσομε το πλήθος των οικτιρμών του Θεού, και να μετρήσουμε το μέγεθος του θείου ελέους, τότε ας απελπιζόμαστε και από τις δικές μας αμαρτίες. Τα αμαρτήματά μας όμως, όπως είναι φυσικόν, μπορούμε να τα μετρήσουμε. Επειδή, όμως, το έλεος του Θεού είναι άπειρον, και τα σπλάχνα των οικτιρμών του αναρίθμητα, γι’ αυτό και δεν μας επιτρέπεται η απόγνωσις. Ούτε και οι ενοχές μας επιτρέπονται, ούτε και η απελπισία. Τότε τι πρέπει να κάνουμε όταν αμαρτάνουμε και μάλιστα θανάσιμα; Να αποκτήσουμε την επίγνωση της Θείας ευσπλαχνίας και να μισήσουμε τις αμαρτίες μας με όλη μας την καρδιά και τότε διά της μετανοίας, η άφεσις είναι βεβαία, αφού παρέχεται δωρεάν από το Πανάγιον Αίμα του Σωτήρος Χριστού. Το ότι δεν πρέπει να μας πιάνει απελπισία», συνεχίζει, ο Άγιος Βασίλειος, «το διδασκόμαστε σε πολλά μέρη της Αγίας Γραφής, και με πολλούς τρόπους, ιδιαίτερα όμως από την παραβολή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που αναφέρεται στον Άσωτο γιο, που πήρε την Πατρική περιουσία και την κατασπατάλησε στα διάφορα αμαρτήματα. Η έμπρακτη, όμως, μετάνοια, έγινε αιτία μεγάλης γιορτής και μάλιστα μεγάλης αξίας, αφού ενεδύθη την στολήν την πρώτην, την ολόλαμπρη, και δακτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα εις τους πόδας. “Και ενέγκαντες τον μόσχον τον σιτευτόν”, λέγει ο Θεός Πατέρας, “θύσατε ότι ούτος ο Υιός μου νεκρός ήν και ανέζησε και απολωλός ήν και ευρέθη”».

Σε μια του, όμως, άλλη επιστολή, πολύ παρηγορητική, προς εκπεσούσα ψυχή, γράφει τα εξής ο Μέγας Βασίλειος. Τμήματα αυτής θα δώσουμε. «Όσο μας είναι δυνατόν, αδελφή μου ψυχή, ας ανυψώσουμε τους εαυτούς μας απ’ την πτώση και ας μην απελπιζόμαστε με την προϋπόθεση, όμως, ότι θα απομακρυνθούμε γρήγορα από το κακό. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να σώσει τους αμαρτωλούς. Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Αυτώ και κλαύσωμεν ενώπιον αυτού, μας λέγει ο Ψαλμωδός στον ψαλμό ενενήντα τέσσερα στίχος έξι. Ο λόγος του Θεού βοά και κράζει προσκαλώντας όλους μας σε μετάνοια. Υπάρχει οδός σωτηρίας, εάν θέλουμε. Αφού ο Θεός είναι εκείνος που αφαιρεί κάθε δάκρυ από τα πρόσωπα όλων εκείνων που αληθινά μετανοούν. Έτοιμος είναι ο μεγάλος ιατρός των ψυχών να σου θεραπεύσει το πάθος. Εκείνου λόγια είναι εκείνο το γλυκύτατο και σωτήριο στόμα είπεν, “ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού αλλ’ οι κακώς έχοντες. Ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν”. Ο Κύριος είναι εκείνος που θέλει να σε καθαρίσει από τον πόνον και το πύον της πληγής και να σου δείξει φως μέσα στο σκοτάδι. Εσένα ζητεί ο ποιμήν ο καλός, εγκαταλείψας τα μη πεπλανημένα. Εάν παραδώσεις τον εαυτόν σου σ’ Αυτόν, δεν θα διστάσει και δεν θα απαξιωθεί ο φιλάνθρωπος Κύριος να σε κρατήσει πάνω στους δικούς του θεϊκούς ώμους καταχαρούμενος που βρήκε το πρόβατο το απολωλός. Ο Θεός Πατέρας στέκεται και περιμένει την επάνοδό σου από την πλάνη της αμαρτίας. Μόνο να επιστρέψεις και ενώ θα είσαι ακόμα μακριά, θα τρέξει και θα πέσει στο τράχηλό σου, και θα αγκαλιάσει με Πατρικούς ασπασμούς την καθαρισμένη ήδη από την μετάνοια ψυχή σου. Και θα την ενδύσει με την πρώτη πάλλευκη στολή και θα σου βάλει δαχτυλίδι στο χέρι, και υποδήματα στους πόδας που επέστρεψαν από τον κακό δρόμο της αμαρτίας στο δρόμο του Ευαγγελίου της ειρήνης και της ελευθερίας. Και θα εξαγγείλει μέρα χαράς και ευφροσύνης στους δικούς του αγγέλους και αγίους στον ουρανό και θα γιορτάσει με κάθε λαμπρό τρόπο τη σωτηρία σου. “Αμήν γαρ λέγω υμίν, ότι χαρά γίνεται εν ουρανώ ενώπιον του Θεού, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι”. Και αν γι’ αυτό παραπονεθεί κάποιος απ’ αυτούς, που νομίζουν ότι στέκονται καλά, και είναι δίκαιοι, αυτός ο Πανάγαθος Θεός θα απολογηθεί για σένα λέγοντας “έπρεπε και συ να είχες χαρεί και ευφρανθεί, διότι η ψυχή αυτή ήταν νεκρή και ανεστήθη, χαμένη δε και ευρέθη”.
Όλα αυτά, τα πολύ παρηγορητικά και φιλάνθρωπα λόγια, χριστιανοί μου, ήταν του Αγίου και Μεγάλου Βασιλείου, που χαρακτηρίζεται ως άγιος αυστηρός και ασκητικός.

Κήρυκας, όμως, της αληθινής μετανοίας, ήταν κατ’ εξοχήν ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ας δούμε, όμως, έστω και συνοπτικά μερικά αποσπάσματα από τις περίφημες αυτές ομιλίες του για τη μετάνοια και τους μετανοούντας.
Στο θαύμα, αδελφοί μου, του παραλυτικού, του αιρομένου υπό τεσσάρων, το πρώτο πράγμα που είπεν ο Κύριος ήτο: «Τέκνον, αφέονταί σου αι αμαρτίαι σου».
Και ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύει. «Άφεσις αμαρτιών σημαίνει πηγή σωτηρίας και βραβείο μετανοίας. Γιατί μετάνοια είναι ιατρείο, που θεραπεύει την αμαρτία. Είναι ακόμα ουράνιο δώρο, και δύναμις θαυμαστή, δύναμις που με την Θεία Χάρη νικάει όλα τα κακά αποτελέσματα της παραβάσεως των Ευαγγελικών εντολών, γι’ αυτό
δεν απορρίπτει τον πόρνο,
δεν απομακρύνει τον μοιχό.
Δεν κατακρίνει την μοιχαλίδα,
δεν αποστρέφεται τον μέθυσο,
δεν σιχαίνεται τον ειδωλολάτρη,
δεν αποδιώχνει τον υβριστή.
Δεν αποπέμπει τον βλάσφημο.
Δεν αποκρούει ούτε ακόμη και αυτόν τον υπερήφανο.
Αρκεί όλοι τους και ο καθένας χωριστά, να μετανοήσουν. Όλους τους δέχεται και όλους τους αγκαλιάζει. Ναι, αδελφοί μου», καταλήγει ο Ιερός Χρυσόστομος.
«Η μετάνοια είναι το χωνευτήρι της αμαρτίας. Η μετάνοια είναι το χωνευτήρι της αμαρτίας.»

Για την απόγνωση είπαμε αρκετά, γι’ αυτό ας δούμε με δυο λόγια τι μας λέγει ο Άγιος Χρυσόστομος και για τη ντροπή.
«Η ντροπή δόθηκε από τον Θεόν, για να μας συγκρατεί από τον κατήφορο της αμαρτίας. Κι όμως. Αυτό το δώρο, το πήρε ο διάβολος και το έκαμε εμπόδιο για τη μετάνοια και την Ιερά Εξομολόγηση. Πρόσεξε τι σου έκαμε ο διάβολος,» λέγει ο Ιερός πατήρ. «Δύο είναι αυτά, η αμαρτία, και η μετάνοια. Η αμαρτία είναι η θανατηφόρος πληγή, ενώ η μετάνοια είναι το φάρμακο. Η αμαρτία έχει την ντροπή και η μετάνοια την παρρησία. Η αμαρτία έχει το σάπισμα, έχει την αιμορραγία και το θάνατο, ενώ η μετάνοια προκαλεί την πλήρη θεραπεία. Την τάξη αυτή την αντέστρεψε ο Σατανάς και έδωσε την παρρησία και τον κομπασμό στην αμαρτία και την ντροπή στην μετάνοια. Και όμως πρέπει να ντρέπεσαι και να ντρέπομαι όταν αμαρτάνουμε και όχι όταν εξομολογούμεθα. Εκείνος λέγει, πρέπει να ντρέπεσαι όταν αμαρτάνεις και όχι όταν εξομολογείσαι. Στη μετάνοια βρίσκεται η θεραπεία και κατακτάται η σωτηρία».

Όσον αφορά τη μετάνοια και τη σχέση της με το χρόνο που απαιτείται γι’ αυτήν, ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει τα εξής καταπληκτικά: «Δεν περιμένει ο Θεός να περάσει χρόνος απ’ τη μετάνοια. Ομολόγησες την αμαρτία σου με ειλικρίνεια; Το επαναλαμβάνω. Με ειλικρίνεια την ομολόγησες; Δικαιώθηκες και συγχωρέθηκες. Μετανόησες αληθινά; Ελεήθηκες. Δε χρειάζεται πολύς χρόνος. Ο τρόπος που μετανοείς σβήνει την αμαρτία. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις που περιμένει κάποιος αμαρτωλός, πολύ πολύ χρόνο, κι όμως μπορεί να μη κερδίσει τη σωτηρία του. Κι αυτό διότι δεν μετανοεί ειλικρινά. Ενώ κάποιος άλλος που εξομολογείται με ειλικρίνεια και με σταθερή την απόφαση να μην ξαναλυπήσει το Θεό, τουλάχιστον μη θεληματικά, αυτό που λέμε ακουσίως, αυτός αποβάλλει την αμαρτία μέσα σε λίγες στιγμές, συγχωρείται και δικαιώνεται. Αυτή είναι και η του Θεού άπειρη μακροθυμία και φιλανθρωπία.»

«Η έμπρακτη αυτή μετάνοια», λέγει σε κάποιο άλλο σημείο, ο Ιερός Χρυσόστομος, «έχει άμεση ευεργετική επίδραση πρώτα στους οικείους, στην οικογένεια, στους συνανθρώπους, στο κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον. Ακόμα και στους απογόνους, όλοι διδάσκονται και όλοι σιωπηλά παροτρύνονται στην εξάσκηση της αρετής. Και, επειδή η μετάνοια δεν είναι έργο μόνον μιας ημέρας αλλά και συνεχής και ισόβιος, αυτό έχει σαν συνέπεια να μεταμορφώνεται ο μετανοών χριστιανός, και με τα δάκρυα που χύνει, το πένθος και τη συντριβή που καλλιεργεί, και τον καθημερινό αγώνα που διεξάγει, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, εγκράτεια, Θεία Κοινωνία, προσοχή στις αισθήσεις, ιερά μελέτη, φιλεύσπλαχνη ελεημοσύνη, και λοιπά, και λοιπά, επιδρά πολύ ευεργετικά δια της Χάριτος του Ιησού Χριστού, σε όλα τα μέλη της οικογένειάς του, ακόμη και σε ολόκληρον τον κόσμον. Οι καρποί της αληθινής μετανοίας είναι πάντοτε φανεροί και ωφέλιμοι,» καταλήγει ο Ιερός Χρυσόστομος.

Πάρα πολλά είναι τα θέματα της μετανοίας με τα οποία ασχολείται, αδελφοί μου, ο Άγιος αυτός Πατέρας. Εμείς, όμως, θα κλείσουμε τη σημερινή μας ομιλία με την ανάμνηση της αμαρτίας στον μετανοούντα χριστιανό.
«Ο Θεός συγχωρεί και εξαλείφει μια για πάντα τις αμαρτίες μας, όσο θανάσιμες και αν είναι αυτές. Εφόσον εξομολογηθήκαμε με απόλυτη ειλικρίνεια και δεν τις θυμάται πλέον. Αλλά εμείς, όμως, θα πρέπει να τις έχουμε διαρκώς μπροστά μας».
Και επί λέξη τονίζει ο Άγιος τα εξής: «Και, όταν ο Θεός σου έχει συγχωρήσει και τις πιο βαριές σου θανάσιμες αμαρτίες, εσύ χάριν της ψυχικής σου ασφάλειας να τις έχεις πάντοτε μπροστά στα μάτια σου. Γιατί, όποιος θυμάται τα σφάλματα του παρελθόντος, αποτρέπεται από μελλοντικές παρεκτροπές, και όποιος πονάει αληθινά για τα πρώτα του λάθη, προφυλάσσει οπωσδήποτε τον εαυτόν του από την επανάληψή τους. Γι’ αυτό και ο Δαυίδ λέγει και ομολογεί: ‘Και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός. Και την ανομία μου εγώ γιγνώσκω.’ Η διπλή δηλαδή αμαρτία της μοιχείας και του φόνου, βρίσκεται διαρκώς μπροστά στα μάτια μου, λέγει ο Προφήτης Δαυίδ. Διότι, όποιος υποφέρει για τα θανάσιμα αμαρτήματα των παρελθόντων ημερών, τόσο και πιο πολύ φυλάγει τον εαυτόν του στο να μη ξαναπέσει στα ίδια στις επόμενες ημέρες. Και το ότι απαιτεί από μας ο Θεός αυτή τη στάση, άκουσε τι μας λέγει διά μέσου του Προφήτου Ησαΐα, τεσσακοστόν τρίτο κεφάλαιον, στίχοι 25 - 26. ‘Εγώ ειμί, εγώ ειμί ο εξαλείφων τας ανομίας σου ένεκεν εμού, και τα αμαρτίας σου και ου μνησθήσομαι. Συ δε μνήσθητι και κριθώμεν. Λέγε εσύ τας ανομίας σου πρώτος, ίνα δικαιωθείς.’»
Ας ερμηνεύσουμε τώρα τους στίχους, μαζί με τα σχόλια του Ιερού Χρυσοστόμου. «Εγώ είμαι, Εγώ και μόνος εγώ είμαι που σβήνω και εξαλείφω τις ανομίες σου, εξαιτίας της αγαθότητός μου. Και τις αμαρτίες σου δεν θα τις ενθυμηθώ ποτέ. Συ δε μνήσθητι. Σύ όμως πρέπει να θυμάσαι τις ανομίες σου και τις πτώσεις σου, και ενθυμούμενος αυτές έλα να δικασθούμε και να αναμετρηθούμε μαζί. Εγώ είμαι ο αναμάρτητος Θεός, ο Πανάμωμος, ο Πανάσπιλος, ο Πανάγαθος, ο Παντελεήμων, και συ ο αμαρτωλός. Γι’ αυτό λέγε εσύ πρώτος τας ανομίας σου, ίνα δικαιωθείς. Λέγε εσύ πρώτος τις ανομίες σου, τις αμαρτίες σου, τις πονηρίες σου, τις κακίες σου, και αναγνωρίζοντας αυτές δια της μετανοίας και μόνον θα συγχωρεθείς και θα δικαιωθείς. Και προσέξτε, αδελφοί μου, δεν είπεν ο Θεός λέγε εσύ πρώτος τις αμαρτίες σου για να μην κολασθείς, αλλά για να δικαιωθείς, και δικαιώνεσαι επειδή τις ομολογείς με συντριβή και πόνο, δηλαδή με αληθινή μετάνοια.»

Συνεχίζοντας δε ο Ιερός Χρυσόστομος, κάνει ένα άλμα πνευματικό, ελάτε μαζί να ανέβουμε τώρα αυτό το άλμα, και να το κάνουμε, μαζί να το κάνουμε. Που δύσκολα μπορεί να το φθάσει ο χριστιανός εκείνος που μέσα του δεν καλλιεργήθηκε η αληθινή μετάνοια, το πνεύμα της αληθινής συντριβής, όπως την ορίζει η Ορθόδοξη διδασκαλία του Ιερού Ευαγγελίου. Λέγει ο Χρυσόστομος:
«Ο Θεός εξαλείφοντας τα αμαρτήματά σου, ούτε ουλές αφήνει, ούτε ίχνη επιτρέπει να παραμείνουν, αλλά μαζί με την υγεία της ψυχής, χαρίζει και την ομορφιά, και μαζί με την απαλλαγή από την Κόλαση, προσφέρει και την δικαίωση.»
Και κάνει άλλο ένα άλμα, λίγο ψηλότερα πνευματικά. Ανεβαίνει ψηλότερα, λέγει και βεβαιώνει κάτι το ασύλληπτο για τα ανθρώπινα πεπερασμένα μυαλά μας. Τι λέγει ο Χρυσόστομος; Ότι «αυτόν που αμάρτησε κατά τον πλέον χειρότερον τρόπον, αφού αποκτήσει την αληθινή μετάνοια, με ποταμούς δακρύων μέρα νύχτα, Αυτόν τον εξυψώνει με κείνον που δεν αμάρτησε. Που δεν αμάρτησε και που δεν είχε τις ίδιες και όμοιες πτώσεις.
Να, ποια είναι η δύναμις της μετανοίας, αλλά της αληθινής όμως.
Όχι της υποκριτικής,
όχι της Φαρισαϊκής,
όχι της ψεύτικης,
όχι αυτής που συνεχώς δικαιολογείται,
όχι αυτής που συνεχώς μεταθέτει ελπίδες…
Αλλά αυτή που ζείς μέσα σου με πόνον ψυχής, γιατί λύπησες τον Πατέρα σου τον Θεόν.
Το ποια θα είναι η τιμητική σους θέση και δόξα στους ουρανούς, για τον καθένα χωριστά, γι’ αυτόν που δεν αμάρτησε θανάσιμα, και γι’ αυτόν που αμάρτησε θανάσιμα, αυτό είναι άλλο πράγμα που μόνον ο Θεός ο Πανάγαθος το γνωρίζει εκεί στους ουρανούς. Εδώ είναι το ίδιο, εκεί διαφέρει. Αστήρ από αστέρος διαφέρει κατά την λάμψιν και κατά την δόξαν.»
Γι’ αυτό και τονίζει ιδιαίτερα ο Ιερός Χρυσόστομος την υπενθύμιση των αμαρτημάτων μας. Και μάλιστα κατά την διάρκειαν των συντετριμμένων μας προσευχών, ανεξάρτητα αν έχουμε πάρει την άφεση στην Ιερά μας Εξομολόγηση. Δηλαδή, «και μετά την Εξομολόγηση, συνεχώς θα μετανοείς και θα μετανοούμε, και θα συντριβόμαστε και θα κλαίμε για τις αμαρτίες μας και την αμαρτωλότητά μας
«Μάλιστα δε», συνεχίζει ο Άγιος, «αυτή η ενθύμηση των αμαρτιών μας και των φοβερών πτώσεών μας, που γίνεται με δάκρυα και συντριβή, ούτε μας ντροπιάζει, ούτε και μας τρομάζει, αλλά αντίθετα μας καθιστά μπροστά στα μάτια του Θεού λαμπρούς και αστραφτερούς. Και δεν μας κάνει τόσο λαμπρούς μπροστά στο θρόνο του Θεού η απαρίθμησις των καλών μας έργων, και των δήθεν αρετών μας, όσο η μνημόνευσις των αμαρτημάτων μας.
Όχι ‘εγώ δεν είμαι ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων’.
Όχι ‘εγώ δεν είμαι άρπαγας, κλέφτης και τα λοιπά’.
Όχι ‘αποδεκατώ όσα κτώμαι’.
Όχι ‘νηστεύω δις του Σαββάτου’.
Αλλά ‘ο Θεός μου ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ’. Και, συγκεκριμένα, είμαι αυτό και αυτό και αυτό. Αυτά μας λέγει ο Ιερός Πατέρας, για να τα έχουμε υπόψη μας όλοι εμείς, που από ντροπή, ή από μία αξιοκατάκριτη αξιοπρέπεια», το τονίζω αυτό, «αξιοκατάκριτη αξιοπρέπεια, δεν λέμε και δεν ομολογούμε τις αμαρτίες μας και δεν ομολογούμε τις αμαρτίες μας, και δεν προσπαθούμε να τις ξεχάσουμε για να μην έχουμε τάχα ενοχές και καταπιέσεις στη συνείδησή μας. Ας μη μας ξεγελάει, λοιπόν, και μας κοροϊδεύει συνεχώς και κάθε μέρα ο διάβολος».
«Στην παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου,» συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «το Φαρισαίο που απαρίθμησε τα κατορθώματά του, τον σιχάθηκε ο Θεός. Ενώ τον Τελώνη, που ομολόγησε την αμαρτωλότητά του και ζήτησε το έλεός Του, τον αγάπησε και τον δόξασε. Η απαρίθμησις, λοιπόν, των δήθεν καλών μας πράξεων, και των δήθεν αρετών, που νομίζουμε ότι έχουμε, και των δήθεν θυσιών που πιστεύουμε ότι κάνουμε, μας οδηγούν στην υπερηφάνεια και στον κομπασμό, δηλαδή στην καταδίκη μας. Στην καταδίκη μας. Ενώ η ενθύμησις των αμαρτημάτων μας, συγκρατεί την διάνοιά μας από την υπερηφάνεια, ταπεινώνει τους λογισμούς μας, συγκρατεί τις αισθήσεις μας, αυξάνει την επιείκεια και την συγχωρητικότητά μας στα λάθη των αδελφών μας και πλούσια προσελκύει την εύνοια του Θεού, γι’ αυτό και ο ίδιος ο Χριστός εντέλλεται, “όταν ποιήσετε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγεται ότι δούλοι άχρειοι εσμέν”. Ότι, “ό, οφειλομεν ποιήσαι, πεποιήκαμεν”, Λουκάς, ιζ 10.»

Αδελφοί και πατέρες, και χριστιανοί μου, είπαμε ότι η αληθινή μετάνοια έχει και τη σωστή εξομολόγηση. Και όμως είδαμε, πιθανόν από άγνοια, τρόπους εξομολογήσεως, που δεν ανταποκρίνονται καθόλου στο πνεύμα του ιεροτάτου αυτού μυστηρίου. Εμάς, όμως, μας απασχόλησε κυρίως, η θανάσιμη αρρώστια της αμαρτίας, όπως μας την περιέγραψαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιερός Χρυσόστομος. Είδαμε ακόμα και περιγράψαμε τα φάρμακα που προσφέρει το άπειρον έλεος και η φιλανθρωπία του Αγίου Θεού, μέσα από την αληθινή μετάνοια, τη συντριβή της καρδιάς, και τα καυτά δάκρυα.
Σε μας τώρα εναπόκειται, ποιες αποφάσεις θα πάρουμε πριν να είναι πολύ πολύ αργά.
Και είναι βεβαιωμένον εκ των προτέρων ότι οι σωτήριες αποφάσεις με την έμπρακτη μετάνοια, θα μεταμορφώσουν τη ζωή μας, θα μας δικαιώσουν, και θα μας οδηγήσουν στη θεία μακαριότητα της Βασιλείας του Θεού. Όχι μόνον τώρα και εις τους αιώνας των αιώνων. Οι ολιγωρίες, όμως, και οι χλιαρότητες, οι αναβολές και οι αμφιβολίες, όπως και οι πολλές δικαιολογίες για έμπρακτη μετάνοια, πιθανόν να αποβούν για όλους μας ολέθριες και καταστρεπτικές. Με τραγική συνέπεια τον αιώνιο θάνατο της ψυχής μας, δηλαδή την Κόλαση.

Αλήθεια, αδελφοί μου, εμείς όλοι, ποιες αποφάσεις θα πάρουμε; Τις καλές ή τις κακές; Τις σωστές ή τις λανθασμένες; Αυτές που θα μας οδηγήσουν στον Παράδεισο ή αυτές που θα μας οδηγήσουν στην Κόλαση;
Ελπίζω και το εύχομαι να πάρουμε όλοι μας, πρώτος εγώ και ύστερα όλοι εσείς, τις σωστές και σωτήριες αποφάσεις,
Αμήν
και ευχαριστώ πολύ που ήλθατε.

Περι προσοχής Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ



Συνήθως λέμε στο παιδί μας, «πρόσεξε παιδί μου εκεί που θα πάς, τα μάτια σου δεκατέσσερα».
«Πρόσεξε, πρόσεξε τ’ αυτοκίνητο γιατί θα σε πατήσει».
«Πρόσεξε, θα πέσεις».
«Πρόσεξε γιατί έχει εδώ μια λακούβα».
«Πρόσεξε, εδώ έχει μια επικίνδυνη στροφή».
«Πρόσεξε γιατί ο άλλος οδηγεί μεθυσμένος», λέμε στο δικό μας οδηγό.
«Πρόσεχε στο παιχνίδι σου».
«Πρόσεχε, μη κάνεις παρέα μ’ αυτά τα παιδιά διότι έχουν, δεν έχουν καλή ανατροφή».
«Πρόσεχε πώς διαβάζεις».
«Πρόσεχε πώς σκουπίζεις καημένε, σηκώνεις σκόνη».
«Καλά, όταν διδάσκει ο δάσκαλός σου, ο καθηγητής σου εσύ δεν προσέχεις; Που είναι το μυαλό σου»;
«Πρόσεξε, πρόσεξε». Να προσέχεις εδώ, να προσέχεις εκεί, πάντοτε να προσέχεις. Παντού και πάντοτε η προσοχή. Διαρκώς οι εντολές «να προσέχεις» και «πρόσεξε» βρίσκονται πάντοτε στα χείλη μας για τους άλλους. Καμιά φορά λέμε και το «σε παρακαλώ». «Σε παρακαλώ πολύ να προσέχεις». Επομένως λοιπόν, πρόσεχε πώς ντύνεσαι, πρόσεχε πώς περπατάς, πρόσεχε το πορτοφόλι σου.
Πρόσεχε πώς μιλάς.
Πρόσεχε να μην κατακρίνεις.
Πρόσεχε να μη λες ψέματα.
Πρόσεχε τους λογισμούς σου, τις σκέψεις σου.
Πρόσεχε τα μάτια σου.
Πρόσεχε τη γλώσσα σου.
Πρόσεχε σε αυτό, είναι η εντολή της Αγίας Γραφής.
Να προσέχεις τον εαυτό σου.
Να προσέχεις μέσα σου, για να μη δημιουργηθεί ατόπημα.

Σήμερα η εκκλησία μας εορτάζει τον Άγιο Πολύκαρπο, ιερομάρτυρα και επίσκοπο Σμύρνης. Γεννήθηκε εξήντα χρόνια περίπου μετά Χριστόν. Είναι δηλαδή αποστολικός Πατέρας της Εκκλησίας μας. Γύρω στα είκοσί του χρόνια έγινε χριστιανός. Ο Άγιος Πολύκαρπος ήτανε στολισμένος με πολλές αρετές. Με μεγάλη σωφροσύνη, πολύ αυστηρός στον εαυτόν του, με αγάπη και επιείκεια πολλή στον συνάνθρωπό του, και με ολόψυχη αφοσίωση στην διδασκαλία του Θείου Λόγου. Έτσι πρόκοψε στην αρετή. Θα μπορούσε όμως να προκόψει στην αρετή εάν δεν ήταν προσεκτικός στην καλλιέργεια των αρετών; Εάν δεν ήταν προσεκτικός στην ακρίβεια της τηρήσεως των θειοτάτων εντολών, των λόγων του Αγίου Θεού; Τα προτερήματά του αυτά, η προσεκτική και αγιασμένη ζωή του, επαναλαμβάνω τη λέξη «προσεκτική» και αγιασμένη ζωή του, τον έκαναν τόσο πολύ αγαπητό στον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ώστε αργότερα να τον χειροτονήσει διάκονο, ιερέα, και επίσκοπο, επίσκοπο Σμύρνης.
Στο αξίωμά του αυτό, όπως μας λέγει ο βιογράφος, επιτελούσε τα καθήκοντά του με πολύ πολύ ζήλο. Αλλά και πολλή προσοχή. Και η προσοχή αυτή τον ανέδειξε ακέραιο φρουρό της ποίμνης του. Όταν άρχισαν οι διωγμοί κατά των χριστιανών επί αυτοκράτορος Αντωνίου του Πίου, ο ανθύπατος τότε της Μικράς Ασίας Κωστάτιος Κοδράτος, μετά από μανιώδη απαίτηση του ειδωλολατρικού όχλου, συνέλαβε τον Άγιο Πολύκαρπο, και τον διέταξε να αρνηθεί την πίστη του στο Χριστό και να Τον βλασφημήσει. Γέροντας ήταν ο επίσκοπος τότε, περίπου ογδόντα έξι χρονών. Λέει τόσα χρόνια, μέχρι τα ογδόντα έξι μου Τον υπηρετώ, και όχι μόνον δεν με αδίκησε αλλά με ευεργέτησε. Αν και υπήρξα αμαρτωλός, εν τούτοις όμως με στόλισε με πλήθος αρετών. Πώς λοιπόν τώρα θα Τον αρνηθώ; Αφού είναι και ο προσωπικός μου σωτήρας, και ο αληθινός Θεός; Τον έριξαν στη φωτιά για να καεί ζωντανός. Αλλά η φωτιά δεν τον άγγιξε, όπως και τους τρείς παίδας εν καμίνω. Τότε λοιπόν ένας δήμιος, διεταγμένος βέβαια από τον άρχοντα, με το μεγάλο ξίφος του τον αποκεφάλισε. Το μαρτύριό του έγινε στις εικοστρείς Φεβρουαρίου του εκατόν εξηντα εφτά μετά Χριστόν. Έτσι λοιπόν έγινε πιστός μέχρι θανάτου και έλαβε το στέφανον της ζωής. Το λέει και η Αγία Γραφή στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, «γίνου πιστός άχρι θανάτου και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής».

Για να γίνομε όμως πιστοί μέχρι τον θάνατον, και να μη φοβόμαστε απολύτως τίποτα, θα πρέπει να είμαστε ασφαλώς και πολύ πολύ προσεκτικοί στη ζωή μας. Και έτσι λοιπόν να πούμε λίγα λόγια, περί προσοχής. Το κήρυγμα περί προσοχής το είχα κάνει πάρα πολύ παλιά, το είχα αρχίσει από το 1965, 64-65, το επανέλαβα εδώ διασκευασμένο το 1987, και ύστερα από 13 χρόνια, ξαναλέμε λίγα λόγια πάλι, περισσότερον αυτή τη φορά κατανοητά.

Τι μας λέγει ο Άγιος Ησύχιος, τι είναι προσοχή; Θα το πούμε πρώτα, στην – όπως το έγραψε, όπως το είπε – στα Αρχαία Ελληνικά, και εν συνεχεία θα το μεταφράσουμε. «Προσοχικήν αρετήν πάση δυνάμει μέτελθε, ή εστίν ως φυλακή, νου τήρησις και τελείωσις καρδιακή γλυκείας ησυχίας, αφάνταστος μακαρία της ψυχής κατάστασις, πράγμα ουκ εν πολλοίς ευρισκόμενον». Δηλαδή αν θέλεις να είσαι πραγματικά ενωμένος με τον Θεόν, λέγει ο Άγιος Ησύχιος, τότε να αναπτύξεις με όλες σου τις δυνάμεις την αρετή της προσοχής. Που είναι ασφαλής φύλαξη και τήρηση του νου, - η προσοχή ασφαλίζει και τηρεί τον νούν, εξασφαλίζοντας έτσι σε τελειότητα την καρδιακή γλυκειά ησυχία, μια μακαρία δηλαδή ψυχική κατάσταση, χωρίς φαντασίες, και την οποίαν δεν βρίσκομε σε πολλούς από τους αγωνιζομένους χριστιανούς.
Έτσι, κακά τα ψέματα, δεν έχουμε προσοχή. Αν είχαμε προσοχή, πρώτα πρώτα δεν θα πέφταμε. Δεν θα αμαρτάναμε με τόση ευκολία, όπως εγώ ο άθλιος. Μας λείπει η προσοχή. Σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας, και προπαντός δε στην πορεία μας προς τον Θεόν. Νομίζουμε ότι βαδίζουμε προσεκτικά, στο δρόμο του Θεού, αλλά δεν είμαστε στο δρόμο, στον παράλληλο είμαστε, στο δρόμο δεν είμαστε. Νομίζουμε ότι πορευόμαστε σωστά, αλλά μη ξεγιελιόμαστε, είμαστε πολύ μακριά από το θέλημα του Παναγίου Θεού.
Γιατί μας τα λες αυτά πάτερ, για να μας απελπίσεις; Όχι. Απλώς να εντείνουμε την προσοχή μας, να την αυξήσουμε, να αυξήσουμε την προσευχή μας, να συναισθανθούμε την αμαρτωλότητά μας, και έτσι εν μετανοία και συντριβή να ζητήσουμε το έλεος του Αγίου Θεού. Και ο Θεός δε θα μας γελάσει. Ο Θεός θα τηρήσει τον λόγον Του, όποιος προσέρχεται σ’ αυτόν με μετάνοια, ο Θεός τον σώζει, τον βάζει στα δεξιά Του κληρονόμο της Βασιλείας των Ουρανών.
Η προσοχή λέγει ο Άγιος Ησύχιος παρακάτω, σε έναν λόγο του προς τον Θεόδουλο, έχει σαν βοηθό τη νήψη και σαν μητέρα την προσευχή. Γι’ αυτό οι τρείς αρετές πάνε μαζί. Νήψις, προσοχή και προσευχή. Όλες αυτές μαζί, οι οποίες βοηθούν στο να καλλιεργούνται και το πλήθος των αρετών, λέει ο Άγιος Ησύχιος, εισέρχονται, στον χώρον της τελειότητος, της πλήρης καθαρότητος, ακόμα δε και της θείας ελλάμψεως, ο Άγιος τα λέει, όχι εγώ, για να τα λέει ο Άγιος, σημαίνει ότι έχει δίκιο, πέρασε απ’ αυτόν τον δρόμο, κατέκτησε αυτές τις κορυφές των θείων αρετών, και μας καλεί και μας να τις βαδίσουμε και μείς. Γιατί μας λέγει ότι τον συνδυασμό αυτών των τριών αρετών, όπως και τον σύνδεσμο, τον διακρίνουμε στα βιώματα όλων των αγίων της Εκκλησίας μας.

Πάμε παρακάτω, στον όσιο Φιλόθεο τον Σιναΐτη. Τι μας λέγει αυτός; Ότι η νήψις είναι εκείνη η οποία παρατηρεί το νου και βλέπει ποιοι λογισμοί έρχονται κάθε φορά μέσα στο μυαλό μας. Είμαστε στην Εκκλησία, και δεν υπάρχει χριστιανός που να μην παραπονείται ή να μην το ομολογεί σαν αμαρτία, ότι κατά την διάρκειαν που βρίσκεται μέσα στον χώρο της, της Εκκλησίας και παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία και τα τελούμενα εν αυτή, ή κάνει προσευχή, ή διαβάζει την Αγία Γραφή, ο νους του φεύγει. Όλοι οι χριστιανοί αυτό το ομολογείτε. Άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο. Άλλοτε οι λογισμοί είναι αδιάφοροι, υπάρχει απλός δηλαδή μετεωρισμός, πηγαίνει σε διάφορα πράγματα και σε βιοτικές μέριμνες, και άλλοτε οι λογισμοί είναι κακοί, είναι πονηροί, είναι αισχροί, είναι βλάσφημοι. Για τους βλασφήμους λογισμούς δεν έχουμε ευθύνη. Φανερώνει τον φθόνο του διαβόλου προς τον προσευχόμενο χριστιανό ή τον χριστιανό που μελετά τον Λόγον του Θεού. Τι κάνει λοιπόν η νήψις; Αντιλαμβάνεται αυτούς τους λογισμούς, τους παίρνει είδηση ότι έρχονται. Και τότε παίρνει τα μέτρα του. Ποιο είναι το πρώτο μέτρο; Να καλεί σε βοήθεια το Χριστό! Πώς Τον καλεί; Με το όνομά Του! Τι λέγει; «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Ο νούς μου κακώς δαιμονίζεται.. Τι είπε η Χαναναία; Που μας έμαθε την προσευχή του Ιησού; «Κύριε Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με ότι η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Εμείς θα πούμε ότι «κακώς δαιμονίζεται ο νους μας. Ελέησόν με». Άρχισε να μας βομβαρδίζει ο διάβολος, με λογισμούς και σκέψεις κακές. Αφού φωνάξουμε και το όνομα του Ιησού Χριστού, η προσευχή μαζί με τη νήψη, εγείρουν λέει την προσοχή, η οποία στέκεται φρουρός, η προσοχή θα πάρει το μαστίγιο του ονόματος του Ιησού Χριστού, και θα αρχίσει να δέρνει ανελέητα στην πλάτη τον διάβολο. Να τον μαστιγώνει, να τον καίει, να τον ζεματάει. Να τον τρέπει σε φυγή. Και τον τρέπει σε φυγή με όλες τις κακίες του και με όλες τις πονηρές του φαντασιώσεις. Αυτά μας λέγει ο Όσιος Φιλόθεος. Ποτέ όμως δεν τα είπα έτσι αναλυτικά.

Για να δούμε τώρα τι μας λέει ο Άγιος Νικηφόρος. Ο Άγιος Νικηφόρος λέγει ότι η προσοχή είναι το γνώρισμα, το πλέον ακριβές γνώρισμα της μετανοίας. Δεν μπορεί να έχεις μετάνοια αν δεν έχεις προσοχή. Θα προσέξεις που αμάρτησες, πώς αμάρτησες, πόσο αμάρτησες, πόσο έβλαψες την ψυχή σου, πόσο πόνεσες τον πλησίον σου, πόσο τον πόνεσα εγώ τον πλησίον μου, πόσο λύπησα το Άγιον Πνεύμα, πόσο λύπησα τον άγγελόν μου, αυτά θα τα προσέξω, θα τα μελετήσω, αυτά θα μου φέρουν μετάνοια και συντριβή. Προσοχή είναι, μας λέγει ακόμα ο Άγιος Νικηφόρος, είναι μας λέει, είναι η άρνησις της αμαρτίας. Αφού έρθω σε μετάνοια, κατόπιν αρνούμαι την αμαρτία, τη σιχαίνομαι την αμαρτία. Από δω και πέρα πλέον την κάνω εμετό. Και δεν το ξανακάνω. Σ’ αυτό με βοηθάει η προσοχή.
Αφού λοιπόν δεν επαναλαμβάνω την αμαρτία, κατ’ ανάγκη θα αρχίσω να καλλιεργώ αρετές. Την αρετή της μετανοίας, την αρετή των δακρύων, την αρετή της πίστεως, της υπομονής, του πνευματικού αγώνος και τόσων άλλων πραγμάτων. Σε όλα αυτά θα μας βοηθήσει πολύ η προσοχή. Και φθάνει μάλιστα, όπως λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, η προσοχή να μας δημιουργήσει, επειδή ακριβώς προσέχουμε διαρκώς το νου μας, να μην αμαρτήσει πλέον, θεληματικά, εκουσίως. Προσέχουμε να μη λερωθεί η καρδιά μας. Να μη κατέβει δηλαδή το λέρωμα του νου, μέσα στην καρδιά – αυτό το επιτυγχάνει η προσοχή – τότε, η ψυχή, λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, παίρνει, απλανή πληροφορία ότι συγχωρήθηκε, συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες της. Βεβαίωσις και σφραγίδα αυτής της πληροφορίας είναι εν συνεχεία το πετραχήλι του πνευματικού, διότι πρέπει αυτή η πληροφορία να σφραγισθεί. Ένα έγγραφο για νάναι επίσημο θέλει σφραγίδα. Και η σφραγίδα είναι το πετραχήλι του πνευματικού. Και προχωρεί ακόμα περισσότερο. Ανεβαίνει δηλαδή ο Άγιος Νικηφόρος, από αρετή σε αρετή και φτάνει σε μία τελειότητα. Μετά την πληροφορία περί συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών, και μετά την ένωση που έχουμε δια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μέσω της Θείας Μεταλήψεως του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών, και εις ζωήν αιώνιον, έχουμε μία αποκάλυψη, έχουμε μία απλανή θεωρία μέσα στο νου, μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Είναι η εμφάνισις του Θεού μέσα μας. Όπως εμφανίζεται κάποιο πρόσωπο σε καθαρό καθρέφτη. Και μάλιστα λέει ότι η προσοχή δημιουργεί την ανοικοδόμηση ενός υπέροχου παλατιού, μιας υπερουράνιας βίλας να το πούμε, μέσα στην οποίαν βίλα, την καρδιακή αυτή βίλα, έρχεται και ενθρονίζεται ο Τριαδικός Θεός, γι’ αυτό λέω ότι «προς Αυτόν ελευσόμεθα, και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσωμεν». Το είπαμε και στην Αποκάλυψη, για τον θερμό χριστιανό, «Ιδού ίσταμαι επί την θύραν και κρούω». Αν μου ανοίξεις, θα μπω μέσα και θα δειπνήσω μαζί σου, θα συμφάγει μαζί μας ο Θεός, μέσα στην καρδιά μας, τι; τα φασόλια και το κρέας που τρώμε; όχι, θα συμφάγει μαζί μας την ουράνια δόξα! Την οποίαν αυτός προσφέρει, διότι Αυτός είναι η Ζωή, Αυτός είναι ο Άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς, είναι το ύδωρ το ζον, Αυτός μας προσφέρεται ολόκληρος, και αυτό το αισθανόμεθα, και αυτό το οφείλουμε στην προσοχή.

Σ’ ένα κοινόβιο του Αββά Σερίδου στην Παλαιστίνη, έζησε και ασκήθηκε πνευματικά ένας μεγάλος όσιος της Εκκλησίας μας, ο Αββάς Δωρόθεος. Μαθητής των οσίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου. Οι διδασκαλίες του αποτελούν, γνώμονα, αποτελούν το σωστό οδηγό, μιας χριστιανικής πορείας, προς σωτηρία και αγιασμό του ανθρώπου, του χριστιανού. Σε μια απ’ αυτές αναφέρεται στην κατάκριση, γιατί η κατάκρισις είναι πολύ πολύ βαρύ αμάρτημα, γιατί μ’ αυτό σφετεριζόμαστε την κρίση και την δικαιοσύνη του Θεού, και η κρίσις και η δικαιοσύνη ανήκει μόνον στο Θεό.
Όταν ήτανε λέει νέος, έκανε τον πολύξερο, σήμερα χρησιμοποιείται μια έκφρασις που λέμε «αυτός είναι ο ξερόλας, που τα ξέρει όλα». Δεν ξέρουμε τίποτα. Τα μαλλιά μας γίνανε σαν χιόνια, και τα γένια μας το ίδιο, εν τούτοις δεν ξέρουμε τίποτα. Τίποτα δεν ξέρουμε. Όλα τα καλά του Θεού, και μόνον τα κακά και τα στραβά και τα ανάποδα είναι δικά μας.
Είδε λοιπόν κάποτε, έναν άνθρωπο, να αμαρτάνει. Να πέφτει σε μια θανάσιμη βαριά αμαρτία. Σαρκική αμαρτία, βαριά.
-Βρε λέει τον παλιάνθρωπο, κοίταξε τι έκανε, είπε. Δεν ντράπηκε την ηλικία του και τα λοιπά.
Και ούτω κάθεξής. Δεν ξέρω τι άλλο είπε. Πάντως τον κατέκρινε. Δεν ξέρουμε τι συνέβη, την άλλη μέρα, αυτός ο άνθρωπος που κατέκρινε, ο αββάς, σκοτώθηκε. Έπεσε απ’ το γάιδαρο, χτύπησε το κεφάλι του σε μια πέτρα και σκοτώθηκε. Έρχονται και του το λένε, ότι ο τάδε, σκοτώθηκε. Πω πω, είπε. Κείνη τη στιγμή με το πωπω, εμφανίζονται και δυό άγγελοι μπροστά του, κρατώντας την ψυχή αυτουνού του ανθρώπου που χτες είχε πέσει σε αμαρτία. Και τον ρωτάνε:
«Λοιπόν, να ορίστε, ορίστε η ψυχή αυτουνού του ανθρώπου, που χθές εσύ κατέκρινες και τον καταδίκασες. Για πες μου λοιπόν τώρα, εγώ είμαι άγγελος Κυρίου και κρατώ τη ψυχή του. Που θέλεις να την βάλω; Στον Παράδεισο ή στην Κόλαση;»
Με άλλα λόγια ήταν σαν να του έλεγε ο άγγελος τα εξής, επί λέξει όπως γράφεται και στο γεροντικό, και στον αββά Δωρόθεο τον ίδιον :
«Επειδή σύ είσαι ο Κριτής των δικαίων και των αμαρτωλών, πες μου τι προστάζεις γι’ αυτή την ψυχή. Της δίνεις χάρη, ή την καταδικάζεις;»
Στα λόγια αυτά ο άγιος γέροντας τρόμαξε. Πέφτει λέει αμέσως με το πρόσωπό του, στα πόδια του αγγέλου, και ζητάει συγχώρεση και συγγνώμην γιατί αμάρτησε. Και ο άγγελος του απάντησε:
«Να, ο Θεός σου έδειξε πόσο βαρύ αμάρτημα είναι, το να κατακρίνεις έναν άνθρωπον που αμαρτάνει. Να μην το ξανακάνεις.»
Ο γέροντας αυτός πέρασε την υπόλοιπη ζωή του, με στεναγμούς και δάκρυα, με μετάνοια πολλή, προσέχοντας, το επαναλαμβάνω, προσέχοντας, να μη κατακρίνει ποτέ κανέναν άνθρωπο και για τίποτα. Να μην κατακρίνει κανένα γεγονός στη ζωή του. Την προσοχή αυτή, την ανέπτυξε σε υπέρτατο βαθμό, γι’ αυτό και αγίασε.

Τι είναι λοιπόν, η προσοχή; Τι είναι ακόμα; Μας λέγει ο Άγιος Νικηφόρος; Είναι ακόμα ένα ασφαλές ταμείο, των θλίψεων και των πειρασμών της ζωής. Είναι η πηγή από την οποίαν ξεπηδά το ύδωρ το ζόν της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης.
«Έχεις προσοχή;» λέγει ο Άγιος Νικηφόρος, «θα αναπτύξεις αρετές. Δεν έχεις προσοχή, όχι μόνον θα μαραθούν αυτές, αντ’ αυτών θα βγούν τα αγκάθια και τα τριβόλια των αμαρτιών. Των παθών και των αδυναμιών».
Και μας λέγει ο Άγιος Νικηφόρος παρακάτω. «Εκείνος ο οποίος δεν καθίσταται ικανός να δεχθεί, χωρίς αντιλογία και μεμψιμοιρία, -δηλαδή αγόγγυστα,- τις θλίψεις και τους πειρασμούς αυτής της ζωής, ασφαλώς δεν είναι σε θέση να πει, προς τον Κύριον το ψαλμικό «Αντιλήπτωρ μου ει και καταφυγή μου. Και αν μη τον Ύψιστον θύσει καταφυγήν, δεν δύνασθε, δεν μπορεί, να καταστεί, να γίνει, στενός φίλος, επιστήθιος φίλος, αγαπητός φίλος, ο πλέον αγαπητός και αγαπημένος, φίλος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. «Υμείς» είπε ο Κύριος στους μαθητάς Του, «φίλοι μου εστέ. Εγώ είρηκα υμάς φίλους. Εγώ σας έχω πεί και σας λέγω ότι είστε φίλοι μου. Και σαν φίλοι μου καρδιακοί που είστε, θα σας αποκαλύψω όσα μου αποκάλυψε ο Ουράνιος Πατήρ. Θα σας πω τα μυστικά του Ουρανού. Θα σας αποκαλύψω τα μυστήρια, και τα απόρρητα της Αγίας Τριάδος». Η προσοχή θα μας δώσει τη δύναμη, να αντιμετωπίσουμε και τα πράγματα στην παρούσα μας ζωή. Όσα και αν είναι αυτά. Και αυτό βέβαια είναι το πιο μεγάλο κατόρθωμα.

Ας δούμε όμως τι μας λέγει για την προσοχή, και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Είδαμε τον Άγιος Ησύχιο, είδαμε τον Όσιο Φιλόθεο, ακούσαμε τον Άγιο Νικηφόρο, είδαμε το παράδειγμα και την ιστορία του αββά Δωροθέου, είπαμε λίγα για τη ζωή του Αγίου Πολυκάρπου του Ιερομάρτυρος, του οποίου την μνήμη εορτάσαμε σήμερα, ας δούμε τώρα τι μας λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, για την προσοχή.
«Οφείλεις» λέγει «να φυλάγεις τον εαυτό σου πολύ καλά, και να μη του επιτρέπεις να παρασύρεται από το ρεύμα της φαντασίας. Το πλέον κακό πράγμα στον άνθρωπο, που αγωνίζεται, τον χριστιανό, είναι η φαντασία. Η φαντασία είναι η γέφυρα των δαιμόνων. Με την φαντασία ο διάβολος γίνεται μυρμηγκολέων. Ένα πράγμα που είναι μικρό, το κάνει να φαίνεται πάρα πολύ μεγάλο, φοβερό και τρανό, και αντιστρόφως κάτι πάλι που είναι πάρα πολύ μεγάλο να το εμφανίσει πολύ μικρό».
Έλα καημένε δε βαριέσαι σου λέει, κάντο αυτό τώρα, τι πειράζει; Ποιος σε βλέπει, ποιος σε ακούει τώρα; Και μόλις το κάνεις και πέσεις στην αμαρτία και πέσουμε, ύστερα μας το παρουσιάζει τρομακτικά μεγάλο για να μας φέρει απελπισία και απόγνωση, για να μας ρίξει στον γκρεμνό, ακόμα και της αυτοκτονίας.
«Η φαντασία έχει μεγάλη ευχέρεια, στο να μπορεί να τυπώνει κάθε σκέψη που μας προβάλλει μέσα μας ο διάβολος. Είναι δυνατόν δε», συνεχίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «οι σκέψεις αυτές, που προβάλλονται μέσα στο μυαλό μας, μέσα στο νου μας, από τον διάβολο δια της φαντασίας, να είναι τελείως, τελείως ανύπαρκτες. Γι αυτό και λέγονται και φανταστικές. Ο άνθρωπος όμως ο χριστιανός που καλλιεργεί την προσοχή, θα καλέσει αμέσως σε βοήθεια τον Χριστό, το οποίον το παμπόθητον όνομα, θα εκδιώξει και θα αφανίσει κάθε σκέψη και κάθε εικόνα βλαβερή. Αν στο πανίσχυρον αυτό όνομα του Ιησού Χριστού, κάμπτεται παν γόνυ επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, από όσα μας βεβαιώνει η Αγία Γραφή, πόσο μάλλον δε θα σκορπίσει σαν καπνό, κάθε βλαβερή προσβολή των πονηρών δαιμόνων, όταν μετά βίας και ζέσεως και θέρμης και πίστεως δυνατής παρακαλούμε τον Θεόν να έρθει εις βοήθειαν. Όπου και αν βρισκόμεθα, οιανδήποτε και αν είναι η ασχολία μας», συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «οφείλουμε να διατηρούμε τις αισθήσεις μας ακοίμητες, σαν άγρυπνους φρουρούς εν καιρώ πολέμου, και συμμαζεύοντας έτσι το νου μας, ώστε μεταξύ της καρδιάς και του ονόματος του Ιησού Χριστού, να μην μπαίνει καμιά δαιμονική σκέψη. Να μην παρεμβάλλεται απολύτως τίποτα. Η πνευματική πρόοδος και η εσωτερική κάθαρσις της καρδιάς του ανθρώπου, όπως και ο φωτισμός του νου οφείλονται κατά το μέγιστον εις την προσοχήν. Αγωνίζου», συνεχίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, «όταν προσεύχεσαι, όταν είσαι στην εκκλησία, και όταν μελετάς την Γραφή, να διατηρήσεις το νου σου στενά συνδεδεμένο με τον Θεόν. Κι όταν θα τρέξεις για ελεημοσύνη, και όταν θα κάνεις προσευχή για κάποιον τρίτο, το μυαλό σου να μη φεύγει απ’ τον Χριστό. Ο Θεός θα σε βοηθήσει και θα σου πει τι πρέπει να κάμεις και πώς πρέπει να το κάμεις. Πρόσεχε επίσης και τις πονηρές έννοιες, τις οποίες ο διάβολος, ο πολύπειρος και άξιος στη μίμηση ζωγράφος», έτσι τον χαρακτηρίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «βάζει μέσα στην καρδιά, πότε μεν αποτυπώνοντας μορφές, που αφυπνίζουν τα πάθη, πότε δε υποδεικνύοντας τρόπους για την πράξη της αμαρτίας, πότε πάλι ζωγραφίζοντας διά μέσου της φαντασίας, σχήματα βλαβερά, για να ξεσηκώσει τον άνθρωπον και να τον ρίξει στην αμαρτία. Τι θα τον σώσει;» ερωτά. «Η προσοχή, και η προσευχή. Θα τον σώσει η μετάνοια, και τα δάκρυα της μετανοίας. Αν λείψουν λοιπόν αυτά,» λέει ο Χρυσόστομος, «τότε εύκολα ο δαίμονας εισέρχεται μέσα μας νοερά, κυριεύει την καρδιά, αιχμαλωτίζει την θέληση, λαφυραγωγεί τις καλές διαθέσεις μας, φονεύει, σκοτώνει τον φόβον του Θεού μέσα μας, τσαλαπατά την ευσέβεια, και τελικά σέρνει τον άνθρωπο, την ψυχή του στο βάραθρον της απωλείας.

Βλέπουμε λοιπόν πόσα πράγματα, οφείλονται στην προσοχή, μια αρετή την οποίαν δεν δίνουμε σημασία, κι όμως την χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας ζωή, πολύ πολύ συχνά. Πάρα πολύ συχνά. Σκεφτείτε πόσες φορές, λέμε «πρόσεχε». Ή «να προσέχεις».
«Όσο αυξάνεται η προσοχή», μας λένε άλλοι άγιοι Πατέρες πάλι, της Εκκλησίας μας, «τόσο περισσότερο εντείνεται, όσο αυξάνεται η προσοχή, τόσο περισσότερο εντείνεται η αγάπη σου για τον Θεόν».
Και από την άλλη πλευρά, η ταπείνωσις, δύο στοιχεία απαραίτητα για την σωτηρία του ανθρώπου.
Χωρίς προσοχή δε γίνεσαι μικρό παιδί. Τι μας είπε ο Κύριος;
Τον ρώτησαν «ποιος είναι ο πιο μεγάλος;» και πήρε ένα παιδάκι. Και λέει, αν δεν γίνετε σαν αυτά τα μικρά παιδιά, στην Βασιλεία των Ουρανών, δεν μπαίνετε μέσα. Τι έχουν τα μικρά παιδιά; Αθωότητα. Ακακία. Απονήρευτα είναι. Αγαπούν με όλη τους την καρδιά. Εύκολα συγχωρούν. Εύκολα ξεχνούν. Και λαχταρούν να βρεθούν στην αγκαλιά του πατέρα ή της μητέρας. «Τη κακία νηπιάζετε!» Αλλά για να φθάσουμε στο σημείο να γίνουμε μικρά παιδιά ως προς την κατάστασιν αυτήν της ακακίας, και αθωότητος και τα λοιπά και ό,τι άλλο είπαμε, χρειάζεται η καλλιέργεια της προσοχής. Από την άλλη πλευρά βέβαια, θα καλλιεργείται και το τέλειο φρόνημα του νοός. Στα φρένα σας λέει, θα είστε τέλειοι, στα μυαλά σας θα είστε ... στην καρδιά μικρά παιδάκια, και στα μυαλά σοφοί και τέλειοι.
Όπως λοιπόν η προσοχή προκαλεί το φωτισμό, στο νου του ανθρώπου, έτσι και η έλλειψις της προσοχής, προκαλεί το σκοτισμό του νου και φέρνει μύρια τόσα πράγματα στη ζωή ενός ανθρώπου.

Μας λέει εδώ για ένα όραμα, ου είδε ο αββάς Δωρόθεος, αυτόν τον αββά που αναφέραμε προηγουμένως, ότι σε μια ακολουθία έβλεπε τον άγγελο να περιφέρεται μέσα στην εκκλησία και από ένα μυροδοχείο να βγάζει άρωμα – ασφαλώς θα ήταν ουράνιο – και έτσι με το χέρι του, να ραντίζει τους παρευρισκομένους εκκλησιαζομένους μοναχούς όπως αργότερα και το είδε βέβαια αυτό και σε μια εκκλησία μιας πόλεως που κατέβηκε για δουλειές και εκκλησιάστηκε στην πόλη. Τι έβλεπε λοιπόν; Τον άγγελο ορισμένους από τους εκκλησιαζομένους χριστιανούς να τους ρίχνει μύρο, και ορισμένους να μην τους ρίχνει. Σε κάποια στασίδια, γιατί υπήρχαν γύρω γύρω στασίδια, ορισμένα που ήταν άδεια, τα ράντιζε με μύρο, και ορισμένα δεν τα ράντιζε. Λοιπόν αυτό το είδε πέντε δέκα φορές, μια μέρα λοιπόν βγήκε έξω από την εκκλησία και μόλις έκανε να φύγει ο λαμπροφορεμένος αυτός νέος, όπως τον έβλεπε,
«έλα δω του λέει, για στάσου, ποιος είσαι εσύ; Μπαίνεις βγαίνεις, ραντίζεις ξεραντίζεις, τι κάνεις εδωπέρα;» λοιπόν, δεν του έδωσε την πληροφορία ο Θεός για να την δώσει απευθείας ο ίδιος ο άγγελος,
του λέει «είμαι άγγελος Κυρίου».
«Ε», του λέει, «ορισμένους τους ραντίζεις και ορισμένους όχι».
«Αυτούς που ραντίζω, το μυαλό τους και η προσοχή τους είναι στην ακολουθία, είναι στην προσευχή, ο νους τους βρίσκεται στον ουρανό, άδωντας και ψάλλοντας τω Κυρίω. Οι άλλοι; Οι άλλοι μεριμνούν και τυρβάζουν περί πολλών, ακόμα και αμαρτωλών. Έτσι αυτούς δεν τους μυρώνω με το ουράνιο μύρο».
«Τα στασίδια τώρα πές μου, τα άδεια».
«Σ’ αυτά τα στασίδια που ραντίζω, οι μοναχοί αυτοί εκτελούν διακόνημα και είναι έξω απ’ τη μονή, αλλά το μυαλό τους είναι στην ακολουθία. Οι άλλοι πάλι απουσιάζουν, αλλά είναι αμελείς και κοιμούνται τον ύπνον της νωθρότητος και της τεμπελιάς που οδηγεί στην αμαρτία».
Κι όπως περιγράφεται στο βίο του Αγίου Νικολάου του Πλανά, κι αυτός λοιπόν κάποτε που θύμιαζε στην «Τιμιωτέρα» και πέρασε τα στασίδια, όσοι διαβάσατε το βίο του θα το θυμάσθε, πήγε σ’ ένα στασίδι άδειο, που το θύμιασε τρείς φορές, και πέρασε από την διπλανή κυρία που ήταν μέσα στο στασίδι και δεν τη θύμιασε. Ε, κανονικά θύμιασε όλους τους άλλους. Αυτή λοιπόν παρεξηγήθηκε.
Και του λέει, «έλα εδώ παπα-Νικόλα, γιατί δε με θύμιασες εμένα και θύμιασες το άδειο το στασίδι της κερα-Γιαννούλας;»
Λέει, «η κερά Γιαννούλα είναι άρρωστη, αλλά ήταν εδώ, με την ψυχή της, με το νου της, με το μυαλό της, με την καρδιά της, ήταν εδώ, εσύ, της λέει, ήσουν στο στασίδι, αλλά δεν ήσουν εδωπέρα. Το μυαλό σου ήταν μακριά, πώς να σε θυμιάσω;»
Τι έλειπε λοιπόν; Η προσοχή έλειπε.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε και να πούμε πολλά πολλά ακόμα, τα οποία η προσοχή σαν πνευματική αρετή, έχει πολλές πολλές αναβάσεις, τις οποίες βέβαια εγώ, δεν θέλησα να αναλύσω. Πρώτον γιατί δεν είμαι άξιος, παρόλον που τις διαβάζουμε, εδώ στους πατέρες τους νηπτικούς της Εκκλησίας μας, και δεύτερον δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πολλά πράγματα. Γι’ αυτό λοιπόν να μείνουμε στα λίγα, καλλιεργώντας όσο δυνατόν μπορούμε πρακτικά την προσοχή μαζί με την προσευχή.
Θα μπορούσαμε να κάνουμε, πάνω μόνο σε αυτό το κήρυγμα, μια σειρά από ομιλίες γύρω από την προσοχή, την νήψη και την προσευχή. Αλλά τα κουράγια εξέλιπαν….

Οι νερόβραστοι Χριστιανοί, Μέρος Α', βραδινό κήρυγμα, 2-2-2000 Π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ



Οι περισσότεροι χριστιανοί αδελφοί μου στις ημέρες μας είμαστε χλιαροί και νερόβραστοι. Διάβασα αυτές τις ημέρες κάποιο κήρυγμα του πατρός Αυγουστίνου Καντιώτου, επισκόπου Φλωρίνης, που το κήρυγμά του αυτό το εξεφώνησε το 1977, και αναφέρεται στους χλιαρούς χριστιανούς.
Σε αυτό το κήρυγμα θα κάνουμε δικά μας σχόλια και θα αναφερθούμε και σε μια ανάλογη ομιλία δική μου, που την έκαμα εδώ στην Αγία Βαρβάρα, το Μάιο του 1994.
Δε θα διορθώσουμε, προς Θεού, το μεγάλο αυτό ρήτορα και κήρυκα του Ευαγγελίου, απλώς θα προσθέσουμε μερικές δικές μας ακόμα χρήσιμες παρατηρήσεις.

Λοιπόν, ρωτάει ο επίσκοπος, μήπως είμεθα χλιαροί; Ε, μάλλον ναι. Επειδή πολλοί από σας, με επιμονή, φορτική θα έλεγα, ζητήσατε να κάνουμε κάποια κηρύγματα, και αυτά βέβαια έχουν το δικό τους κόπο, αλλά και ποιος είμαι εγώ;
Ο επίσκοπος ρωτάει, μήπως αυτός που σας ομιλεί είναι άγγελος ή αρχάγγελος, μήπως είναι κανένας μεγάλος ασκητής και ερημίτης απ’ το Άγιον Όρος, τίποτα ερημητήρια της Παλαιστίνης, μήπως είναι κανένας μάρτυρας και ομολογητής, ή κανένας από τους πατέρες της Εκκλησίας;
Αν εκείνος για τον εαυτό του λέει αλίμονο, πόσο πολύ περισσότερο θα πρέπει να το πούμε εμείς. Μακάρι να μπορούσαμε όλοι οι ιερείς, μοναχοί και επίσκοποι που κηρύσσουμε τον λόγον του Θεού, να βρισκόμασταν στα ύψη αυτά των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας μας. Μακάρι.
Αλλά κείνο όμως το οποίο μπορούμε να πούμε και μπορούμε να ομολογήσουμε, εμείς, οι ιερείς και πρώτος εγώ, είναι να επαναλάβω τα λόγια του προφήτου Ησαΐα. «Ο ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος, ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχω, εν μέσω λαού, ακαθάρτα χείλη έχοντος εγώ ηχώ». Είμαι άνθρωπος, λέει ο προφήτης, και τα χείλη μου είναι ακάθαρτα, είναι αμαρτωλά, είναι βρώμικα. Αλλά όμως βρίσκομαι ανάμεσα σε έναν λαό που έχει και αυτός ακάθαρτα χείλη. Γιατί και αυτός ο λαός είναι αμαρτωλός. Μεστός αμαρτιών και ανομιών. Όπου κυριαρχεί δυστυχώς στην πατρίδα μας ένα πνεύμα αμετανοησίας. Χωριστά η διαφθορά. Ανάμεσα λοιπόν σε αυτόν τον λαόν, κατοικώ και ευρίσκομαι και εγώ. Δυστυχώς, για μας τους ιεροκήρυκες και για μένα ειδικότερα, ισχύει αυτό το οποίον λέγει ο ψαλμωδός, ο προφήτης Δαυΐδ στον 49ον ψαλμόν, «τω δε αμαρτωλώ είπεν ο Θεός», εις τον αμαρτωλόν είπε ο Θεός, «ίνα τι συ εκδιεί τα δικαιώματά μου και αναλαμβάνεις την διαθήκην μου δια του στόματός σου», ποιος είσαι εσύ; ο οποίος με παίρνεις στο στόμα σου και θέλεις να διηγηθείς τα μεγαλεία τα δικά μου; Ποιος είσαι εσύ που μπορείς να αποκαλύψεις τα δικά μου μυστήρια;

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ



Χρυσοστομικά μαργαριτάρια
*Όταν διαφθαρούν οι άρχοντες, οι σύμβουλοι, οι δικαστές, οι ιερείς, τίποτε πλέον δεν υπάρχει, που θα μπορέσει να εμποδίσει τον λαόν να καταστραφεί.
*Τα πουλιά έχουν φτερά για να αποφεύγουν τις παγίδες και οι άνθρωποι το λογικό για να αποφεύγουν τα αμαρτήματα.
*Δεν θα χρειαζότανε λόγια, αν έλαμπε η ζωή μας. Δεν θα χρειαζότανε δάσκαλοι, αν επιδεικνύαμε έργα. Κανείς δεν θα παρέμενε άπιστος, αν εμείς είμασταν πραγματικοί Χριστιανοί.
*Να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, για να μάθουμε να σεβόμαστε και τον Θεό. Εκείνος που είναι θρασύς στους ανθρώπους, είναι θρασύς και στον Θεό.
*Μη μου δείχνεις τον αθλητή την ώρα της προπονήσεως, αλλά την ώρα του αγώνα. Μη μου δείχνεις την ευλάβειά σου την ώρα που ακούς τα θεία λόγια, αλλά την ώρα της έμπρακτης εφαρμογής.
*Σε καμμιά αμαρτία ο διάβολος δεν καρφώνει με τόσα πολλά καρφιά τις ψυχές, όσο στη φιλαργυρία.
*Πραγματικά πλούσιος είναι εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Δηλαδή ο ολιγαρκής.
*Αν θέλεις να αφήσεις πολύ πλούτο στα παιδιά σου, άφησέ τους στην πρόνοια του Θεού. Αυτός, όταν δει ότι Του δείχνεις τόση εμπιστοσύνη και τον αναγνωρίζεις συγκληρονόμο, πώς δεν θα τους εξασφαλίσει κάθε αγαθό;
* ... (Οι άγιοι) περιεφρόνουν τα χρήματα, απέφευγαν την δόξαν, είχαν απαλλαγή από τας βιοτικάς φροντίδας. Διότι εάν δεν είχαν αυτά, αλλ' ήσαν δούλοι των παθών, και αν ακόμη ανιστούσαν απείρους νεκρούς, όχι μόνον δεν θα ωφελούσαν εις τίποτε, αλλά θα ήτο δυνατόν να θεωρηθούν και απατεώνες.
*Τέτοιοι άνθρωποι (που πιστεύουν ένεκα θαυμάτων) υπάρχουν και σήμερα πολλοί, οι οποίοι έχουν το όνομα του πιστού, αλλ' είναι ευμετάβλητοι εις την πίστιν και ασταθείς. Δι' αυτό ούτε τώρα ο Χριστός δεν εμπιστεύεται τον εαυτόν του, αλλ' αποκρύπτει τα περισσότερα....
*Μη ζητής λοιπόν θαύματα, αλλά ζήτει την υγείαν της ψυχής... Μη ζητής να ίδης τυφλόν να θεραπεύεται, αλλά πρόσεξε όλους που αναβλέπουν τώρα την πιο ωραίαν και την πιο ωφέλιμον ανάβλεψιν και μάθε και συ να βλέπης με σωφροσύνη και προσπάθησε να διόρθωσης τον οφθαλμόν σου.
*... Ούτε μάς μειώνει το γεγονός ότι δεν θαυματουργούμε εάν φροντίζωμεν διά την αρετήν γενικώς. Διότι διά μεν τα θαύματα είμεθα οι ίδιοι οφείλεται, διά τον βίον όμως και τας πράξεις μας έχομεν οφειλέτην τον Θεόν.
*Πρόσεξε (τον Παύλο) πώς ενεργεί, και πουθενά να μην θαυματουργεί χωρίς λόγο, αλλά από ανάγκη· διότι και κατά τη διάρκεια της κακοκαιρίας προφήτεψε επειδή υπήρχε αιτία και όχι χωρίς λόγο....
*Κανείς λοιπόν ας μην υπερυψώνη τα θαύματα. Διότι ο δαίμων υποφέρει όταν εκδιωχθή από το σώμα του ανθρώπου και ακόμη περισσότερον, όταν ιδή ψυχήν ν' απαλλάσσεται από την αμαρτίαν... Αν λοιπόν την αποβάλης αυτήν... επέδειξες θαύμα μεγαλύτερον από όλα τα θαύματα.
*Η Εκκλησία ιδρύθη υπό του Θεού και εστερεώθη διά του αίματος των Μαρτύρων. Και όμως πολλοί την πολεμούν και την συκοφαντούν, χωρίς να διδάσκωνται από την ιστορίαν, ότι όσοι την επολέμησαν εχάθησαν, ενώ αντιθέτως εκείνη έχει ανυψωθή μέχρι του ουρανού. Διότι η Εκκλησία όταν πολεμήται, νικά· όταν σκέπτωνται εναντίον της κακά, αυτή εξαγνίζεται, όταν υβρίζεται, γίνεται πλέον λαμπρά. Δέχεται πολλάκις επιθέσεις, όμως δεν νικάται ποτέ, κλυδωνίζεται μεν, χωρίς όμως να καταποντίζεται, υφίσταται διάφορα κακά, δεν ναυαγεί όμως ουδέποτε. Παλαίει, χωρίς ποτέ να ηττάται.
*Για την έννοια και την ιδέα της αγάπης ενομοθέτησε ο Θεός την ελεημοσύνη. Και χωρίς την ελεημοσύνη ήταν σε θέση ο Θεός να συντήρηση τους φτωχούς. Αλλά αναθέτει τη συντήρησή τους σ' εμάς, για ν' αναπτύξη τους μεταξύ μας δεσμούς της αγάπης και τη θέρμη των σχέσεων μας.
*Διά ποίαν αιτίαν ο απ. Παύλος, τον μεν θάνατον του Χριστού, θάνατον ονόμασε, τον δε ιδικόν μας κοίμησιν;
Όχι απλώς. Διά μεν τον Χριστόν θάνατον ωνόμασε διά να πιστοποίηση το πάθημά Του, δι' ημάς δε κοίμησιν ωνόμασε, διά να παρηγορήση την οδύνην μας, διότι όστις κοιμάται θα εξεγερθή εξάπαντος, και τίποτε άλλο δεν είναι ο θάνατος, παρά ύπνος μακρύς.
*Η Εκκλησία είναι κιβωτός σωτηρίας, πολύ ανώτερη απ' την κιβωτό του Νώε. Εδώ, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, η Εκκλησία «παραλαμβάνει τα ζώα και μεταβάλλει... Εισήλθε κάποιος κοράκι, και εξέρχεται περιστερά. Εισέρχεται λύκος, και εξέρχεται πρόβατον. Εισέρχεται όφις, και εξέρχεται αρνίον, ου της φύσεως μεταβαλλόμενης, αλλά της κακίας ελαυνομένης».
*«Κανείς δεν θα ήταν ειδωλολάτρης, αν ήμεθα πραγματικοί Χριστιανοί· αν εφυλάγαμε τις εντολές του Χριστού όταν μας αδικούσαν και όταν μας άρπαζαν τα ιδικά μας· αν ευλογούσαμε όταν μας ύβριζαν· αν ευεργετούσα¬με όταν εδεινοπαθούσαμε. Κανείς δεν θα ήταν τόσο θηρίο, ώστε να μην τρέξη προς την ευσέβεια, αν από όλους μας ετηρείτο αυτή η τακτική».

Πνευματικά Ορθόδοξα Μηνύματα Σωτήριου Οικοδομής 
Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη
Θεσσαλονίκη

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Λόγοι περὶ ἀγάπης. Πατερικές διδαχές

Λόγοι περὶ ἀγάπης. Πατερικές διδαχές


Λόγοι περὶ ἀγάπης

Ὁ ἀπόστολος Ματθαῖος μιλώντας γιὰ τὰ χαρακτηριστικά τοῦ τέλους τοῦ κόσμου γράφει: «Καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν»1.

Ὁ δὲ ἅγιος Βασίλειος θὰ πῆ γιὰ τὴν ἀγάπη: «Ὁ Θεὸς ὡς χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῶν μαθητῶν Του ὅρισε τὴν τελεία ἀγάπη… Ἡ μὲν κοσμικὴ ἀγάπη χρειάζεται μάτια καὶ συνάντηση, ὥστε ἀπὸ ἐκεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ἀφετηρία τῆς ἐξοικείωσης, οἱ δὲ γνωρίζοντες νὰ ἀγαποῦν πνευματικὰ δὲν χρησιμοποιοῦν τὴ σάρκα ὡς πρόξενο τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ ὁδηγοῦνται στὸν πνευματικὸ σύνδεσμο διὰ τῆς κοινωνίας τῆς πίστεως…
Πρέπει νὰ ἐκλείψουν ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα ὁ ἀπρεπὴς ἀνταγωνισμὸς καὶ οἱ ἰδιαίτερες φιλίες. Γιατί ἀπὸ τὸν ἀνταγωνισμὸ προέρχεται ἡ ἔχθρα, καὶ ἀπὸ τὴν ἰδιαίτερη φιλία καὶ παρέα γεννιοῦνται ὑποψίες καὶ φθόνοι. Γιατί παντοῦ ἡ ἔλλειψη ἰσότητας προκαλεῖ φθόνο καὶ δυσμένεια ἐκ μέρους αὐτῶν ποὺ μειονεκτοῦν. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Κύριός μας παρήγγειλε νὰ μιμούμαστε τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο ἐξ ἴσου γιὰ τοὺς δικαίους καὶ τοὺς ἀδίκους»2.
Ὁ στάρετς Μακάριος τῆς Ὄπτινα θὰ ἀναφέρει γιὰ τὴν ἀρετὴ τῆς ἀγάπης: «Πάνω ἀπὸ ὅλα προσπάθησε νὰ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου, γιατί ἔτσι θὰ ἀγαπήσεις καὶ τὸν Θεό. Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν σὲ ἀγαπᾶνε ἐσὺ νὰ τοὺς ἀγαπᾶς. Τὸ ὅτι δὲν σὲ ἀγαπᾶνε δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐσένα. Τὸ νὰ τοὺς ἀγαπᾶς ὅμως ἀνήκει σὲ ἐσένα, στὴν δύναμή σου, εἶναι καθῆκον σου, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶπε πὼς δὲν πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε μόνο ἐκείνους ποὺ μᾶς ἀγαποῦν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐχθρούς μας.
 Ὅταν ὅμως δὲν ἔχουμε ἀγάπη μέσα μας πρέπει νὰ ταπει- νωνόμαστε, νὰ διώξουμε μακριὰ μας τὴν ὑπερηφάνεια καὶ νὰ ζητᾶμε τὴν βοή- θεια τοῦ Θεοῦ»3.

 Ὁ ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος σημειώνει γιὰ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἀγάπη: «Εἶναι ἄθλιος καὶ ταλαίπωρος ἐκεῖνος ποὺ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Δὲν ψεύδεται ὁ Ἀπόστολος ποὺ εἶπε, ὅτι αὐτὸς ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφό του εἶναι φονιάς, καὶ περιπατεῖ στὸ σκοτάδι, καὶ εὔκολα κυριεύεται ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Γιατί ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀγάπη, ἔντονα θυμώνει, ἔντονα παροργίζεται, ἔντονα μισεῖ.
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀγάπη χαίρεται μὲ τὴν ἀδικία τῶν ἄλλων, δὲν συμπάσχει μὲ αὐτὸν ποὺ ἔπεσε σὲ σφάλμα, δὲν ἁπλώνει γιὰ βοήθεια τὸ χέρι του στὸν πεσμένο, δὲν συμβουλεύει αὐτὸν ποὺ παρασύρθηκε, δὲν στηρίζει αὐτὸν ποὺ κλονίζεται.
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀγάπη εἶναι ἀνάπηρος στὸ νοῦ, εἶναι ὄργανο τοῦ Ἐχθροῦ, καὶ πλανιέται σὲ ὅλα
τὰ μονοπάτια τῆς ζωῆς του, καὶ δὲν ξέρει ὅτι βαδίζει μέσα στὸ σκοτάδι»4.

Ὁ γέροντας Πορφύριος σὲ λόγο του Περὶ τῆς ἀγάπης εἰς τὸν πλησίον ἔλεγε: «Ἂν ζοῦμε ἑνωμένοι, θὰ εἴμαστε μακάριοι, θὰ ζοῦμε στὸν Παράδεισο. Ὁ κάθε διπλανός μας, ὁ κάθε πλησίον μας εἶναι “σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μας”.
Μπορῶ νὰ ἀδιαφορήσω γι᾽ αὐτόν, μπορῶ νὰ τὸν πικράνω, μπορῶ νὰ τὸν μισήσω; Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας. Νὰ γίνουμε ὅλοι ἕνα ἐν Θεῷ. Ἂν αὐτὸ κάνουμε, γινόμαστε δικοί Του.
Τίποτε καλύτερο δὲν ὑπάρχει ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑνότητα. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸς εἶναι ὁ Παράδεισος… Μποροῦμε εὔκολα νὰ φτάσουμε σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἀγαθὴ προαίρεση χρειάζεται κι ὁ Θεὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ ἔλθει μέσα μας.
 Ἂς σκορπίζουμε σὲ ὅλους τὴν ἀγάπη μας ἀνιδιοτελῶς, ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν στάση τους. Ὅταν ἔλθει μέσα μας ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ἐνδιαφερόμαστε ἂν μᾶς ἀγαποῦν, ἂν δὲν μᾶς μιλοῦν μὲ καλοσύνη»5.

Ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς σὲ κείμενό του περὶ ἀδελφικῆς ἀγάπης τονίζει: «Ὅταν ἀρχίση κανεὶς νὰ αἰσθάνεται στὴν ψυχὴ του ἔντονα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸν ἴδιο καιρὸ ἀρχίζει νὰ ἀγαπᾶ καὶ τὸν πλησίον μὲ αἴσθησιν πνευματικήν.
Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦν αἱ ἅγιαι Γραφαί. Ἡ μὴ πνευματικὴ φιλία, ἡ σαρκική, διασπᾶται πολὺ εὔκολα μόλις εὑρεθῆ μία μικρὴ αἰτία, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δεμένη μὲ τὴν πνευματικὴν αἴσθησιν.
Ἀλλὰ μὲ τὴν πνευματικὴν φιλίαν δὲν συμβαίνει αὐτό. Γιατί ἐὰν συμβῆ κάποιος παροξυσμὸς εἰς τὴν ψυχὴν ἐκείνου, ποὺ τὴν ἐνεργεῖ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, ὁ δεσμὸς τῆς ἀγάπης δὲν λύεται. Ἀλλὰ μὲ τὴν θερμότητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἡ ψυχή, ἀναθερμαίνουσα ἑαυτήν, δι᾽ ὀλίγον χρόνον ψυχρανθεῖσαν, γρήγορα ξαναφέρνει μέσα της μὲ πολλὴν χαρὰν τὴν ἀγάπην τοῦ πλησίον ἔστω καὶ ἂν τὸ πρόσωπον αὐτὸ προσέβαλε πολὺ ἤ ἐζημίωσε τήν ἀγαπῶσαν ψυχήν»6.

Καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος τόνιζε: «Ἀγάπη! Θεῖον ἰδίωμα, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι· διὸ καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ. Ἡ ἀγάπη ἡ πρὸς Θεὸν ἄγει εἰς τήρησιν τῶν ἐντολῶν τῶν εἰς γνῶσιν τοῦ Θεοῦ ἀναγουσῶν»7.

1.Ματθ. 24-12
2. Βασιλειανὸ Ἀποθησαύρισμα, Ἐκδ. Φωτοδότες σελ. 29,31
3. Μικρὴ Ρωσικὴ Κλίμακα, Πέτρου Μπότση, σελ. 253
4.Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου τόμ. Α΄ σελ. 42
5. Γέροντος Πορφυρίου, Βίος καὶ Λόγοι, σελ. 372,374
6. Ἁγίου Διαδόχου Φωτικῆς, Τὰ Ἑκατὸν Γνωστικὰ Κεφάλαια, Ἐκδ. Ἄθωνας σελ. 44
7.Ἁγίου Νεκταρίου Κεφαλᾶ, Ἅπαντα, τόμ. Ε΄ σελ. 181

  Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φυλ. 1991  27 Σεπτεμβρίου 2013